Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Ο Αδόλφος Χίτλερ δολοφονείται – η Γερμανία κερδίζει τον πόλεμο!



 σήμερα θα σας ανεβάσω ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 2009 στο περιοδικό "What if" και είναι ένα σεναριο... εναλλακτικής ιστορίας. Τι θα συνέβαινε αν ο Χίτλερ δολοφονείτο από στο στρατό (του)? Διαβάστε για να μάθετε - διοτι η ιστορία δεν γράφεται με "αν", αλλά αν γραφόταν θα είχε πολύ γούστο! 



  Τη στιγμή που ο Χίτλερ βρισκόταν στην κορυφή του δικού του Ολύμπου, όταν οι σιδηρόφρακτες μεραρχίες του είχαν κατορθώσει να συντρίψουν τις δυνάμεις Γάλλων και Βρετανών και έμπαιναν θριαμβευτικά στο Παρίσι, ένα σχέδιο δολοφονίας του εξυφαινόταν στα παρασκήνια. Το δράμα της δολοφονίας του Χίτλερ από μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών της Wehrmacht, θα παιζόταν στη σκηνή του μεγάλου θριάμβου του Γερμανού δικτάτορα, στο Παρίσι. Και αν η απόπειρα πετύχαινε, θα άλλαζε την ιστορία του κόσμου!

Η πιο γνωστή από τις δεκάδες απόπειρες δολοφονίες κατά του Αδόλφου Χίτλερ που υπήρξαν – σε επίπεδο προθέσεων, σχεδιασμού ή και εκτέλεσης – είναι αυτή που έφερε τον μονόχειρα και μονόφθαλμο Κλάους φον Στάουφενμπεργκ στη  «Λυκοφωλιά». Η αποτυχία του Στάουφενμπεργκ σε αυτήν τη μυθιστορηματική απόπειρα δολοφονίας, μπορεί να αποτελεί εξαιρετικό υλικό για μυθοπλασία (και πραγματικά, προσφάτως είδαμε στους κινηματογράφους την ταινία Valkyrie που ασχολείται ακριβώς με αυτό το θέμα) ωστόσο στην πραγματικότητα ακόμη κι αν πετύχαινε, λίγα πράγματα μπορούσε να αλλάξει. 
Στα μέσα του 1944, όταν έλαβε χώρα η απόπειρα, η Γερμανία είχε ήδη εισέλθει σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία που θα την έφερνε στο ραντεβού με την ήττα, αργά ή γρήγορα. Με ή χωρίς τον Χίτλερ στην ηγεσία της, η Γερμανία δεν είχε πλέον ελπίδες να αντιμετωπίσει τη συνδυασμένη ισχύ Αμερικάνων, Σοβιετικών και Βρετανών (κατά κύριο λόγο) που την είχαν περικυκλώσει και τη σφυροκοπούσαν απ’ όλες τις πλευρές. Οι Σύμμαχοι δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι σε καμία περίπτωση να αποδεχτούν οτιδήποτε λιγότερο από την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Τα σχέδια για την ‘εξουδετέρωση’ της Γερμανίας, της χώρας που είχε σύρει δύο φορές (Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος) τον κόσμο σε μια τρομακτικής έντασης και φονικότητας διαμάχη, είχαν πλέον ωριμάσει στα μυαλά των δυτικών, κυρίως, Συμμάχων. Η Γερμανία θα έπρεπε να «επανεκπαιδευτεί» ώστε να μην αποτελεί μόνιμη απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια. Και μια τέτοια επανεκπαίδευση θα μπορούσε να γίνει μόνο εφόσον οι Σύμμαχοι είχαν το ελεύθερο να κάνουν ότι επιθυμούσαν με τη μεταπολεμική Γερμανία. Οπότε οποιαδήποτε άλλη λύση εκτός της άνευ όρων παράδοσης, ήταν απολύτως και κατηγορηματικώς απαράδεκτη για τους Συμμάχους.
            Όμως η απόπειρα του Στάουφενμπεργκ δεν ήταν η μόνη. Προηγήθηκαν πολλές ακόμη, ορισμένες εκ των οποίων παρέμειναν απλώς στο επίπεδο των προθέσεων ή στο στάδιο του σχεδιασμού. Λίγες ήταν εκείνες που έφθασαν στο στάδιο της υλοποίησης, αλλά για τον ένα ή τον άλλο λόγο, απέτυχαν. Από αυτές τις απόπειρες, ορισμένες φαινόταν τόσο καλά οργανωμένες, που εφόσον προχωρούσαν, είχαν εξαιρετικά πολλές πιθανότητες να πετύχουν το στόχο τους. 


ΟΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

Μοιάζει ίσως παράδοξο, ένας ηγέτης τόσο δημοφιλής όσο ήταν στην περίοδο πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών των εχθροπραξιών, ο Αδόλφος Χίτλερ, να βρεθεί τόσες πολλές φορές στο στόχαστρο επίδοξων δολοφόνων. Όμως η Ιστορία έχει καταγράψει 17 βεβαιωμένες απόπειρες κατά της ζωής του Φύρερ, από το 1939 έως το 1944, που έφθασαν πολύ κοντά στο στόχο τους. Γενικότερα, οι μελετητές ανεβάζουν το σύνολο των αποπειρών δολοφονίας του Χίτλερ, μαζί με εκείνες που σταμάτησαν η Γκεστάπο και υπόλοιπες μυστικές υπηρεσίες του Ράιχ, στις 43! Από όλες αυτές, μόλις μία ήταν απόπειρα που υποκινήθηκε από το εξωτερικό (τη Βρετανία), ενώ οι υπόλοιπες σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν (όσες προχώρησαν στο στάδιο της εκτέλεσης), από Γερμανούς.
            Το ότι ουδεμία από αυτές τις προσπάθειες δεν πέτυχε, οφείλεται εν πολλοίς στον πλέον αστάθμητο παράγοντα που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς: την τύχη. Πέραν της τύχης βεβαίως υπήρχε και η διαβόητη καχυποψία του Χίτλερ, που τον γλίτωσε από πολλές απόπειρες κατά της ζωής του. Η πρώτη από τις 43 συνολικά απόπειρες κατά της ζωής του Χίτλερ που έγινε ευρέως γνωστή μετά τον πόλεμο, ήταν εκείνη που συνέλαβε και σχεδίασε ο Όττο Στράσσερ, ο επικεφαλής του ‘Μαύρου Μετώπου’ και κύριος εκφραστής του ‘βορειογερμανικού’ ναζισμού. Ο Στράσσερ είχε κατορθώσει να πείσει έναν Εβραίο φοιτητή να γίνει μάρτυρας, εκτελώντας τον Χίτλερ με τη βόμβα που κουβαλούσε. Όμως ο φοιτητής ήταν ερασιτέχνης και δεν κατόρθωσε να πλησιάσει τον Χίτλερ. Αντίθετα, συνελήφθη και μετά από μερικούς μήνες κράτησης, εκτελέσθηκε.
            Η πρώτη σημαντική απόπειρα κατά της ζωής του Αδόλφου Χίτλερ σημειώθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1939, όταν ο Γιόχαν Γκέοργκ Έλσερ προσπάθησε να εξοντώσει τον Χίτλερ τοποθετώντας μία βόμβα στη μπυραρία Burgerbrau του Μονάχου, όπου ο Φύρερ θα μιλούσε σε παλιούς του συντρόφους του NSDAP (Nazionalsozialistische Deutsche Arbeitpartei, ο επίσημος τίτλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος). Η ομιλία είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 8 το βράδυ και ο Ελσερ τοποθέτησε τη βόμβα σε μια κούφια κολώνα που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το πόντιουμ απ’ όπου θα μιλούσε ο Φύρερ και ρύθμισε την έκρηξή της να συμβεί στις 9.20. Συνήθως οι ομιλίες του Χίτλερ ξεκινούσαν με μικρή καθυστέρηση (15-20 λεπτά) και κρατούσαν ώρες, κατ’ ελάχιστον δύο ώρες μάλιστα.  Στην περίπτωση αυτή όμως ο Χίτλερ δίχως προφανή λόγο, τερμάτισε απότομα την ομιλία του στις 9.12 και αναχώρησε από τη μπυραρία. Όταν εξερράγη η βόμβα – που σκότωσε οκτώ άτομα και τραυμάτισε ακόμη 65 – βρισκόταν ήδη μακριά.
            Ένα πολλά υποσχόμενο σχέδιο δολοφονίας του Χίτλερ συνέλαβε ο στρατηγός Κουρτ φον Χάμμερσταϊν-Έκορντ, διοικητής της Γραμμής Ζίγκφριντ. Πριν ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος με τη Γαλλία, ο Χάμμερσταϊν προσπάθησε να παρασύρει τον Χίτλερ στην περιοχή ευθύνης του. Είχε οργανώσει στην εντέλεια το ‘τραγικό ατύχημα’ που θα έστελνε τον Χίτλερ στον άλλο κόσμο. Όμως ο Φύρερ αγνόησε τις αλλεπάλληλες προσκλήσεις του Χάμμερσταϊν για να επισκεφθεί τη Γραμμή Ζίγκφριντ. Μάλιστα, έχοντας λάβει γνώση της αντιναζιστικής δραστηριότητάς του, τον αποστράτευσε λίγους μήνες μετά.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΕΚΡΟ ΤΟΝ ΦΥΡΕΡ

             Γενικότερα, οι σοβαρότερες προσπάθειες για βίαιη απομάκρυνση του Χίτλερ από την εξουσία προερχόταν από τις τάξεις του Στρατού. Ιδιαίτερα όταν ξεκίνησε η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, που εξαρχής για κάθε σοβαρό στρατιωτικό ήταν ένα κολοσσιαίο λάθος, η υπόγεια αντίσταση κατά του Χίτλερ εντός της Wehrmacht απέκτησε δεκάδες νέα, υψηλόβαθμα, μέλη. Ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, ο αντιστράτηγος Χανς Σπάιντελ και ο συνταγματάρχης φον Στράχβιτς ήταν τρεις από αυτούς τους στρατιωτικούς που θεωρούσαν καταστροφική την πορεία που είχε χαράξει ο Χίτλερ. Στο αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών Β στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο Λαντς και οι συνεργοί του είχαν ετοιμάσει μια ιδιαίτερα ‘θερμή’ υποδοχή στον Χίτλερ, κατά την επικείμενη επίσκεψή του. Κυριολεκτικά, ολόκληρο το Επιτελείο της Ομάδας Στρατιών θα ήταν το εκτελεστικό όργανο της σύλληψης και δολοφονίας του Φύρερ. Όμως καθώς τον περίμεναν, την άνοιξη του 1943, πληροφορήθηκαν ότι ο Φύρερ δεν θα επισκεφθεί το αρχηγείο, αφού προτίμησε να μεταβεί λίγο ανατολικότερα στο Σαπόροσε για να βρεθεί εγγύτερα στο μέτωπο! 
            Παρόμοια ήταν και τα σχέδια του υποστράτηγου Χένινγκ φον Τρέσκοβ, του Επιτελείου της Ομάδας Στρατιών Κέντρο. Ο Τρέσκοβ ήταν ο εγκέφαλος μερικών ιδιαίτερα ευφυών σχεδίων για τη δολοφονία του Χίτλερ και τη διενέργεια ενός πραξικοπήματος για την απομάκρυνση των Ναζί από την εξουσία. Ο Τρέσκοβ ήταν μάλλον ο πλέον δραστήριος εκ των υποψηφίων δολοφόνων του Φύρερ και μετείχε σε κάθε συνωμοσία που είχε στόχο την ανατροπή του, από το 1939 έως και την ‘συνωμοσία της βόμβας’. Το πρώτο από τα σχέδια δολοφονίας που συνέλαβε, η εκτέλεση του Χίτλερ από το σύνολο των αξιωματικών του Επιτελείου της Ομάδας Στρατιών Κέντρο κατά τη διάρκεια επίσημου γεύματος στο Σμόλενσκ, ακυρώθηκε μετά τη διαφωνία του επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών, στρατάρχη φον Κλούγκε, ο οποίος θεώρησε ότι ‘δεν είναι πρέπον να πυροβολήσουμε έναν άνθρωπο κατά τη διάρκεια του γεύματος’!  Ο Τρέσκοβ δοκίμασε μια εναλλακτική προσέγγιση και στρατολόγησε μία ομάδα ανδρών της Wehrmacht που θα πυροβολούσαν το αυτοκίνητο του Χίτλερ ενώ θα επέστρεφε στο αεροσκάφος του. Όμως ο Φύρερ με τη φαινομενικά ακαταμάχητη έκτη αίσθησή του, άλλαξε την τελευταία στιγμή την προγραμματισμένη διαδρομή με μια άλλη, περισσότερο… ειδυλλιακή. 
            Ο Τρέσκοβ είχε ετοιμάσει όμως και ένα εναλλακτικό σχέδιο, σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά:  ο υπολοχαγός Φάμπιαν φον Σλάμπρεντορφ είχε προετοιμάσει ένα δέμα με εκρηκτικά, το οποίο είχε παραλλάξει ώστε να μοιάζει με δύο μπουκάλια ποτό. Ο Σλάμπρεντορφ με το δέμα είχε μεταβεί στο αεροδρόμιο και μόλις διαπιστώθηκε ότι ο Χίτλερ θα έφθανε σώος και αβλαβής, το έδωσε σε έναν από τους βοηθούς του Γερμανού δικτάτορα, για να το μεταφέρει σε έναν φίλο του Τρέσκοβ, αξιωματικό, στο αρχηγείο του Φύρερ στο Ράστενμπουργκ. Ο βοηθός με το θανάσιμο δέμα επιβιβάστηκε στο αεροσκάφος μαζί με τον Φύρερ και ο Τρέσκοβ με τον Σλάμπρεντορφ ήταν πλέον βέβαιοι ότι επιτέλους θα κατάφερναν να πετύχουν το στόχο τους. Όμως ο Χίτλερ ήταν ο αγαπημένος της τύχης: το δριμύ ψύχος στο διαμέρισμα του αεροσκάφους όπου βρισκόταν το φορτίο, είχε ως αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία του πυροκροτητή. Τα εκρηκτικά δεν εξερράγησαν και ο Φύρερ έφθασε ασφαλής στον προορισμό του.
            Ο Τρέσκοβ είχε ανάμιξη και στη σχεδιαζόμενη απόπειρα του Κριστόφ φον Γκέρσντορφ, που σκόπευε να ανατιναχτεί μαζί με τον Χίτλερ ενώ θα ξεναγούσε τον τελευταίο σε μια έκθεση καταληφθέντων όπλων στο Βερολίνο. Η έκτη αίσθησή του Χίτλερ τον έσωσε ξανά, αφού αντί να αφεθεί να ξεναγηθεί στα εκθέματα, διέσχισε το χώρο της έκθεσης σχεδόν… τρέχοντας, μη δίνοντας το χρόνο στον Γκέρσντορφ να πυροδοτήσει τα εκρηκτικά με τα οποία είχε ζωστεί: οι πυροκροτητές είχαν χρόνο απόκρισης δέκα λεπτών και η ξενάγηση που θα κρατούσε περίπου μισή ώρα σύμφωνα με τις προσδοκίες των συνωμοτών, ολοκληρώθηκε σε δύο λεπτά!
            Σημειώθηκαν και πολλές ακόμη απόπειρες, με κορυφαία αυτήν που ονομάστηκε ‘η συνωμοσία της βόμβας’ και στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο ευπατρίδης συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ, όμως ο Χίτλερ είχε το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Ήταν, κατά τα φαινόμενα, αδύνατο να δολοφονηθεί!


ΓΙΑΤΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΗΘΕΛΕ ΝΕΚΡΟ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ

            Με δεδομένο ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των προσπαθειών για φυσική εξόντωση του Φύρερ, ήταν αναμεμιγμένοι στρατιωτικοί και μάλιστα υψηλόβαθμοι, θα πρέπει εδώ να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε το ερώτημα που εμμέσως έχει ήδη τεθεί: γιατί ο γερμανικός στρατός, ήθελε νεκρό τον Αδόλφο Χίτλερ;
            Για να δώσουμε μια πειστική απάντηση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη θέση του στρατού στο Β’ Ράιχ, δηλαδή τη Γερμανική Αυτοκρατορία, που δημιουργήθηκε μετά την ευτυχή για τους Πρώσους έκβαση της αναμέτρησής τους με τους Γάλλους το 1871. Συνέχεια του πρωσικού στρατού, με τη σπουδαία παράδοση, εκείνος του Β’ Ράιχ, αποτέλεσε όχι μόνο τον βασικότερο πυλώνα και στυλοβάτη του κράτους αλλά και την ισχυρότερη δύναμη εντός αυτού. Στον στρατό κυριαρχούσε η πρωσική αριστοκρατία, ωστόσο με την ένωση και οι αριστοκράτες της υπόλοιπης Γερμανίας – που επίσης διέθεταν στρατιωτική παράδοση, αν και όχι στο βαθμό των Πρώσων – συμμετείχαν περίπου ισότιμα στην ηγεσία του στρατεύματος. 
            Ωστόσο ο Στρατός που βρήκε ο Χίτλερ όταν ανέλαβε την εξουσία, παρότι εν πολλοίς διατηρούσε την παλιά του αίγλη και δύναμη στο πλαίσιο του γερμανικού πολιτεύματος, είχε χάσει μεγάλο μέρος της πραγματικής του δύναμης. Η κουτσουρεμένη Reichswehr της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, σε ελάχιστα θύμιζε τον πανίσχυρο στρατό του Γερμανικού Ράιχ, που λίγο έλειψε να νικήσει πολεμώντας ενάντια σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διαφορά δεν ήταν τόσο ποιοτική, αλλά ποσοτική, αφού η Συνθήκη των Βερσαλιών επέβαλλε στη Γερμανία να διατηρεί υπό τα όπλα ένα μέγιστο 100.000 ανδρών και απαγόρευσε εξ ολοκλήρου τα βαριά οπλικά συστήματα. Μοιραία και η επιρροή του Στρατού στη γερμανική πολιτική ζωή είχε περιοριστεί, παρότι παλιοί στρατιωτικοί συνέχιζαν να διαχειρίζονται ένα σημαντικό μέρος από τις κρατικές υποθέσεις. Με δεδομένη αυτήν την αδυναμία της Reichswehr,  δεν θα πρέπει να φαίνεται περίεργο που ένας νεόκοπος φορέας εξουσίας των Ναζί, που είχε ως επικεφαλής έναν άνθρωπο του οποίου η φιλοδοξία ξεπερνούσε τις ικανότητές του, έθεσε ως στόχο να υποκαταστήσει το Στρατό. Το Sturmabteilung (SA) του Ερνστ Ρεμ ήταν αυτή η φιλόδοξη οργάνωση. 
            Ο Ρεμ δεν έκρυψε τις προσδοκίες του και προσπάθησε να προωθήσει μέσω του Αδόλφου Χίτλερ το σχέδιό του για μετατροπή των SA σε εθνικό στρατό, αντικαθιστώντας τη Reichswehr. Ο Χίτλερ όμως δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, αφού παρότι οι σχέσεις του με την ηγεσία του στρατεύματος δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, γνώριζε ότι οι μέθυσοι τραμπούκοι των SA δεν ήταν δυνατό να υποκαταστήσουν τη συσσωρευμένη εμπειρία που καθιστούσε τον γερμανικό Στρατό  έναν απαραίτητο ‘σύντροφο’ στην εκστρατεία επαναφοράς της Γερμανίας στην κορυφή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.  Οι άνθρωποι που είχαν ‘προσφέρει’ στον Χίτλερ την εξουσία, δηλαδή το πλουτοκρατικό κατεστημένο της Γερμανίας, είχαν στενότατες σχέσεις με την αριστοκρατική ηγεσία του στρατεύματος (οι δύο χώροι άλλωστε εμπλέκονταν και με οικογενειακούς δεσμούς)  και αποτέλεσαν τη «γέφυρα» στην προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ Χίτλερ και Στρατού. Η προσέγγιση έγινε, ο Στρατός έλαβε υποσχέσεις για αναβάθμιση του ρόλου του και για ‘εξουδετέρωση’ της επονείδιστης Συνθήκης των Βερσαλλιών, ωστόσο υπήρχε ακόμη ένα εμπόδιο για να προσφέρουν οι στρατιωτικοί την ολόπλευρη υποστήριξή τους στον Χίτλερ: τα SA. Το αποτέλεσμα ήταν η λεγόμενη ‘Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών’, η φυσική εξόντωση του συνόλου της ηγεσίας των SA. Επρόκειτο, πιθανόν, για τη ‘χάρη’ που ζητούσαν οι στρατιωτικοί προκειμένου να ταχθούν ολόψυχα υπέρ των Ναζί. 
             Αυτό το νόημα είχε άλλωστε και το ‘τελεσίγραφο’ που επέδωσε ο Χίντενμπουργκ, ο γηραιός πρόεδρος, στρατηγός και κεφαλή του γερμανικού πολιτεύματος, τον Ιούνιο του 1934 προς τον Χίτλερ, ουσιαστικά, εξ ονόματος της ηγεσίας του στρατού: εφόσον η κατάσταση με τα SΑ δεν ‘ομαλοποιούνταν’ σύντομα, ο στρατός ‘θα αναγκαζόταν’ να αναλάβει δράση: θα επέβαλλε στρατιωτικό νόμο, θα κήρυττε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και θα αναλάμβανε την εξουσία. Μάλιστα, για να μην έχει ο Φύρερ την παραμικρή αμφιβολία ως προς τις προθέσεις του Στρατού, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, στις 25 Ιουνίου, μόλις τέσσερις ημέρες μετά την επίδοση του τελεσίγραφου, τέθηκαν σε επιφυλακή.  Ήταν μια κρίσιμη περίσταση, κατά την οποία ο Χίτλερ έπρεπε να αποφασίσει οριστικά που θα βασιζόταν: στον Στρατό ή στα SA. Η απόφασή του ήταν η αναμενόμενη: ‘θυσίασε’ τα SA, για να αποκτήσει την υποστήριξη του Στρατού.
Ωστόσο υπήρχαν κάποιοι εντός του στρατεύματος που ήταν εξαρχής αντίθετοι σε οποιαδήποτε προσπάθεια συνεννόησης με τους Ναζί. Δύο εξ αυτών, ο Κουρτ φον Σλάιχερ και ο Φέρντιναντ φον Μπρέντοβ, συμπεριλήφθηκαν στα περισσότερα από χίλια θύματα της ‘Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών’, αφού εκτελέστηκαν από τα αποσπάσματα θανάτου των νεόκοπων SS, μαζί με την ηγεσία των SA και πολλούς ακόμη αντιπάλους των Ναζί.  Ο μετέπειτα στρατάρχης Έρβιν φον Βιτσλέμπεν, μαζί με τους Βίλχελμ φον Λέεμπ, Γκερντ φον Ρούντστεντ και Έριχ φον Μανστάιν, ζήτησαν να γίνει ένορκη εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί πως και υπό ποιες συνθήκες δολοφονήθηκαν οι Σλάιχερ και Μπρέντοβ. Ωστόσο ο υπουργός Άμυνας, Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, απαγόρευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα για το θάνατο τους και έκλεισε το φάκελο της υπόθεσης.
            Το ‘προξενιό’ του Χίτλερ με τον Στρατό, ολοκληρώθηκε σύντομα με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: Λίγο καιρό μετά, στις 2 Αυγούστου, ο γηραιός πρόεδρος Χίντενμπουργκ άφησε – όπως αναμενόταν από καιρό – την τελευταία του πνοή. Ο Χίτλερ προχώρησε στο σχεδιαζόμενο πολιτειακό πραξικόπημά του, καταργώντας τη θέση του προέδρου και συγχωνεύοντας τη με αυτήν του καγκελάριου, που κατείχε ο ίδιος. Στο εξής θα ήταν ο μοναδικός Fuhrer (Φύρερ, η λέξη κυριολεκτικά σημαίνει ‘ηγέτης’). Άμεσα η Wehrmacht (όπως είχε μετονομαστεί από τις 21 Μαϊου του 1934 η Reichswehr) κλήθηκε να ‘ξεχρεώσει’ το ‘γραμμάτιο’ της ‘Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών’:  οι Γερμανοί στρατιώτες σε ολόκληρη τη χώρα κλήθηκαν να λάβουν επίσημα ένα νέο όρκο. Το περιεχόμενο αυτού του νέου όρκου, είναι η καλύτερη απόδειξη για τη χειραγώγηση του Στρατού από τον Χίτλερ:
 Ορκίζομαι στο θεό αυτόν τον ιερό όρκο, ότι θα υπακούω ανεπιφύλακτα στον Φύρερ του γερμανικού Ράιχ και Λαού, τον Αδόλφο Χίτλερ, τον ανώτατο διοικητή της Wehrmacht και, ως γενναίος στρατιώτης, θα είμαι έτοιμος κάθε στιγμή να δώσω τη ζωή μου για αυτόν τον όρκο.   
O προηγούμενος όρκος των Γερμανών στρατιωτών ήταν προς το πολίτευμα, όχι το πρόσωπο του επικεφαλής του πολιτεύματος. Αλλά με τον όρκο να αναφέρεται προσωπικά στον Χίτλερ, το σώμα των Γερμανών αξιωματικών – για τους οποίους η στρατιωτική τιμή ήταν υπεράνω όλων – έδενε την τύχη του με τις βουλές του Αδόλφου Χίτλερ.


Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑ

Παρά τη λήψη αυτού του όρκου, ένα σεβαστό μέρος της ηγεσίας του στρατεύματος, εξέφραζε σε κάθε περίσταση την αντίθεσή της στον Αδόλφο Χίτλερ. Αυτές οι φωνές, όμως, τα χρόνια που ακολούθησαν τα γεγονότα που μόλις περιγράψαμε, δεν ήταν δυνατό να ακουστούν, αφού υπερείχαν οι φωνές ενθουσιασμού για την αναγέννηση του γερμανικού Στρατού. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, η ‘αναιμική’ Reichswehr είχε μετραπεί σε μια πανίσχυρη Wehrmacht. Ο αριθμός των ανδρών της είχε πολλαπλασιαστεί και είχε ξεκινήσει μια κολοσσιαία προσπάθεια επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Ο επανεξοπλισμός, μαζί με τη ρητορεία του Χίτλερ, που ήθελε τη Γερμανία ‘να ξαναγίνεται μεγάλη’ και ‘να ετοιμάζεται να συναντήσει το πεπρωμένο της’, ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που κατέστησαν την πλειοψηφία των στρατιωτικών οπαδούς του Χίτλερ προσωπικά, αν όχι και των Εθνικοσοσιαλιστών γενικότερα. Όμως σύντομα άρχισαν τα σύννεφα να σκιάζουν τον μέχρι πρότινος ανέφελο ουρανό της σχέσης του Χίτλερ με την ανώτερη στρατιωτική ηγεσία. Αιτία ήταν η επιθετικότητα της εξωτερικής πολιτικής του Φύρερ, που μαθηματικά – υπολόγιζαν οι στρατιωτικοί – παρέσυρε τη Γερμανία σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δυνατό να κερδίσει. Η πρώτη κίνηση ήταν η επαναπροσάρτηση της κοιλάδας του Ρουρ, το 1936, που δεν συνάντησε την παραμικρή αντίδραση από πλευράς των Συμμάχων. Στη συνέχεια, το 1938, άρχισαν οι πιο ουσιώδεις – και ταυτόχρονα προκλητικές για τους Συμμάχους – κινήσεις του Χίτλερ στη διεθνή διπλωματική σκακιέρα: η πρώτη απ’ αυτές ήταν η προσάρτηση της Αυστρίας, το Anschluss. Αυτή η κίνηση, έδειξε στους στρατιωτικούς με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι ο Χίτλερ σκόπευε να προχωρήσει στη ‘ρύθμιση’ των εκκρεμοτήτων που είχε αφήσει για τη Γερμανία ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τον ίδιο τρόπο: με ένα συνδυασμό επιθετικής διπλωματίας και προβολής στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο την εποχή αυτή η πραγματική στρατιωτική ισχύς της Γερμανίας δεν ήταν επαρκής για μια τέτοια πολιτική. Οι στρατιωτικοί πίστευαν (και, θεωρητικά, είχαν δίκιο) ότι η Γερμανία ήταν σαφώς υποδεέστερη στρατιωτικά της Βρετανίας και της Γαλλίας (πόσο μάλλον έναντι της συμμαχίας των δύο αυτών χωρών). Οποιαδήποτε απόπειρα ‘ρύθμισης’ των ζητημάτων της Σουδητίας και του πολωνικού διαδρόμου, θεωρούσαν οι στρατιωτικοί, θα ανάγκαζε Βρετανία και Γαλλία να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία. Έναν πόλεμο που οι ανέτοιμες ένοπλες δυνάμεις του Γ’ Ράιχ δεν θα ήταν δυνατό να κερδίσουν.
            Αυτή η πίστη των στρατιωτικών, ενισχύθηκε μετά την προσάρτηση της Αυστρίας και ενώ ήδη είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες για την επόμενη κίνηση του Χίτλερ, που θα ήταν η προσάρτηση της Σουδητίας. Κύριος εκφραστής της ανησυχίας των ανώτερων κλιμακίων της Wehrmacht ήταν ο άξιος επιτελικός αξιωματικός, στρατηγός Λούντβιγκ Μπεκ, που την εποχή αυτή ήταν επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου. Ο Μπεκ μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, θορυβήθηκε, κρίνοντας ότι η Γερμανία βαδίζει στον δρόμο της καταστροφής: η επόμενη κίνηση προς την Τσεχοσλοβακία θα έφερνε τη χώρα του αντιμέτωπη με την Αγγλία και τη Γαλλία και από αυτήν την αντιπαράθεση η Γερμανία δε μπορούσε να προσμένει τίποτε περισσότερο από την ήττα – ή έτσι τουλάχιστον εκτιμούσαν οι Γερμανοί στρατιωτικοί της εποχής. Ο Μπεκ αποφάσισε, με την ισχυρή αίσθηση περί καθήκοντος που τον διέκρινε, να κινηθεί: Ξεκίνησε επαφές με όλους τους αντιφρονούντες αξιωματικούς εντός του στρατεύματος και έφτιαξε μια δήλωση, με την οποία δήλωνε απερίφραστα στον Χίτλερ ότι η ηγεσία του στρατεύματος σκόπευε σύσσωμη να παραιτηθεί, εφόσον συνέχιζε την πολιτική που θα έφερνε τη χώρα στα πρόθυρα του πολέμου. Το περιεχόμενο της δήλωσης ήταν διαφωτιστικό:
«Ο αρχηγός του Στρατού μαζί με τους αρχαιότερους στρατηγούς του δηλώνουν ότι δεν δύνανται να αναλάβουν την ευθύνη διεξαγωγής ενός πολέμου αυτού του είδους, χωρίς ταυτόχρονα να αναλάβουν ένα μερίδιο της ενοχής ενώπιον των ανθρώπων και της ιστορίας. Εφόσον ο Φύρερ επιμείνει στην επιδίωξη αυτού του πολέμου, διά του παρόντος παραιτούνται από τις θέσεις τους».
Δυστυχώς για τον Μπεκ, το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας του στρατεύματος δεν επιθυμούσε να κοντραριστεί σε αυτήν την περίσταση με τον Χίτλερ. Λίγοι ήταν οι αξιωματικοί που συναίνεσαν σε αυτήν τη δήλωση, αντίθετα οι περισσότεροι για διάφορους λόγους δεν συντάχθηκαν με τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου.
Ο Μπεκ, διαπιστώνοντας ότι η πλειοψηφία των συνεργατών του και υφισταμένων του δε μοιραζόταν την άποψή του, αποφάσισε να παραιτηθεί. Όμως και ο αντικαταστάτης του, Φριτς Χάλντερ, ήταν επίσης αντίπαλος του Χίτλερ, τον οποίο μάλιστα δεν είχε διστάσει να αποκαλέσει τρελό, εγκληματία και ‘βρικόλακα’! Χάλντερ και Μπεκ συνέχισαν να συνωμοτούν κατά του Χίτλερ και μάλιστα μύησαν πολλούς και σημαίνοντες αξιωματικούς της Wehrmacht σε αυτήν τη συνωμοσία, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει στην αποπομπή του Χίτλερ ήδη από το 1938. Ωστόσο για να πραγματοποιηθεί το πραξικόπημα που σχεδίαζαν, θα έπρεπε να ‘συνεργαστεί’ η Βρετανία: απειλή κήρυξης πολέμου από τους Βρετανούς στην απόπειρα προσάρτησης της Σουδητίας, θα ήταν το σύνθημα που περίμεναν οι συνωμότες. Οι προετοιμασίες για το πραξικόπημα είχαν προχωρήσει και μάλιστα οι συνωμότες χρησιμοποίησαν τις κινήσεις των στρατευμάτων ενόψει της εισβολής στη Σουδητία, για να αποκρύψουν τις κινήσεις των μονάδων που είχαν επιλεγεί να έχουν ρόλο-κλειδί στο πραξικόπημα.
Ωστόσο οι επίδοξοι πραξικοπηματίες λογάριασαν δίχως τους Βρετανούς: ο Νέβιλ Τσάμπερλεϊν έδωσε στη Γερμανία το ‘πράσινο φως’ για να προχωρήσει στην κατάληψη της Σουδητίας (και ουσιαστικά ολόκληρης της Τσεχοσλοβακίας στη συνέχεια). Η πλέον τραγικά ειρωνική διαπίστωση της σύγχρονης ιστορίας, το ‘ειρήνη στον καιρό μας’ (peace in our time) που χρησιμοποίησε ο Τσάμπερλεϊν αμέσως μετά το πέρας της μοιραίας διάσκεψης του Μονάχου, ήταν η χαριστική βολή στα σχέδια των συνωμοτών. Η νομιμοποίηση των πράξεων τους, δηλαδή η απειλή πολέμου, δεν υπήρχε. Ο Χίτλερ ήταν πλέον ανενόχλητος να προχωρήσει. Όμως κάποιοι αξιωματικοί συνέχιζαν να απεργάζονται τρόπους να εξουδετερώσουν τον άνθρωπο που, θεωρούσαν, οδηγούσε το Γ’ Ράιχ στον όλεθρο.


ΜΙΑ ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ

Είδαμε ήδη ορισμένες από τις κυριότε ες απόπειρες δολοφονίας κατά του Αδόλφου Χίτλερ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένες απ’ αυτές τις απόπειρες ήταν περίπου αποτέλεσμα ‘προσωπικής βεντέτας’ των υποψήφιων δολοφόνων με τον Γερμανό δικτάτορα. Αυτό ισχύει περισσότερο για τις περιπτώσεις των Χάμμερσταϊν και Χάλντερ, αλλά και για την υπόθεση που θα χρησιμοποιήσουμε για να εξετάσουμε τα εναλλακτικά σενάρια για την πορεία των πραγμάτων: αυτήν του Φριτς φον Βιτσλέμπεν.
Ορκισμένος εχθρός των Ναζί και του Αδόλφου Χίτλερ, ο πολύπειρος στρατιωτικός, πριν από τον πόλεμο είχε περιπέσει σε δυσμένεια. Το 1938 αποπέμφθηκε από το στράτευμα, διότι κατ’ επανάληψη είχε καταφερθεί με δριμύτατους χαρακτηρισμούς κατά του Χίτλερ και των Ναζί. Ήταν και εκείνος ένας από τους αξιωματικούς που συμμεριζόταν τις ανησυχίες του Μπεκ για την τύχη της Γερμανίας εφόσον εμπλεκόταν σε έναν πόλεμο που δεν μπορούσε να κερδίσει. Η ‘βεντέτα’ του στρατηγού με τον Χίτλερ είχε ξεκινήσει ουσιαστικά αμέσως μετά τη ‘Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών’, όταν ο φον Βιτσλέμπεν προσπάθησε να εξαναγκάσει τον υπουργό Άμυνας να διατάξει εξέταση για τις συνθήκες του θανάτου του Κουρτ φον Σλάιχερ και του Φέρντιναντ φον Μπρέντοβ.  Μπορεί να πλήρωσε με τη θέση του το αντιναζιστικό του μένος, ωστόσο ένα χρόνο αργότερα ο Χίτλερ τον κάλεσε να επανέλθει στο στράτευμα – είχε ανάγκη από κάθε άξιο στρατιωτικό (και ο φον Βιτσλέμπεν ήταν από τους πλέον άξιους) για τον πόλεμο που επρόκειτο σύντομα να ξεκινήσει. Για την εισβολή στην Γαλλία ο φον Βιτσλέμπεν ανέλαβε την ηγεσία της Πρώτης Στρατιάς, με την οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα, πετυχαίνοντας μάλιστα την παράδοση μεγάλου αριθμού γαλλικών μεραρχιών.    
Για την εξαίρετη απόδοσή του στην εκστρατεία της Γαλλίας, ο φον Βιτσλέμπεν παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών και προήχθη σε στρατάρχη. Ίσως με αυτές τις κινήσεις του, ο Χίτλερ πίστευε ότι θα κατόρθωνε να προσεταιριστεί τον ηλικιωμένο στρατιωτικό. Άλλωστε, τα κατάφερε με το φον Λέεμπ, που από παθιασμένος αντιναζιστής, μετά το 1940 μεταμορφώθηκε σε φανατικό υποστηρικτή του Χίτλερ, χάρη στη γενναιοδωρία του Φύρερ. Όμως ο φον Βιτσλέμπεν δεν ήταν φον Λέεμπ. Συνέχισε την παθιασμένη αντιναζιστική ρητορική του και παρέμεινε σε επαφή με τους μαχητικότερους αντιναζιστές του γερμανικού στρατεύματος, όπως τον Μπεκ, τον Χάλντερ, τον Χέπνερ, τον Χάμμερσταϊν και άλλους.
Όταν η καθυπόταξη της Γαλλίας ολοκληρώθηκε, ο Βιτσλέμπεν παρέμεινε στη Γαλλία και λίγους μήνες αργότερα του ανατέθηκε η θέση του Γενικού Διοικητή της Δύσης. Ήταν η ευκαιρία που περίμενε για να κάνει την κίνησή του ενάντια στον Αδόλφο Χίτλερ! Ο Βιτσλέμπεν υπήρξε κοινωνός των σχεδίων του Χάμμερσταϊν και ήταν μεταξύ των αξιωματικών που είχαν πρωτεύοντα ρόλο στα σχεδιαζόμενα πραξικοπήματα του 1938 και του 1939. Μια και αυτές οι προσπάθειες είχαν αποτύχει, ο Βιτσλέμπεν αποφάσισε να δράσει και με δική του πρωτοβουλία να εξοντώσει τον Χίτλερ! Το σχέδιο που συνέλαβε ήταν απλό αλλά φαινόταν εξαιρετικά σίγουρο. Θα καλούσε τον Χίτλερ στο Παρίσι, για να τον δολοφονήσει ενώ θα βρισκόταν στο έλεός του! Ο Βιτσλέμπεν είχε φροντίσει το επιτελείο του να αποτελείται από αξιωματικούς που μοιράζονταν τις αντιναζιστικές πεποιθήσεις του και οι περισσότεροι αξιωματικοί του, του ήταν απολύτως πιστοί. Εφόσον κατόρθωνε να παρασύρει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του, το σύνολο των αξιωματικών και ανδρών που είχε στις διαταγές του θα κινητοποιούνταν, θα εξουδετέρωναν τους SS που φρουρούσαν τον Χίτλερ και θα εξόντωναν τον δικτάτορα. Όμως όπως συνέβη και με τον Χάμμερσταϊν, ο Χίτλερ απέφυγε επιμελώς να αποδεχτεί την πρόσκληση του Βιτσλέμπεν.
Αλλά η χρυσή ευκαιρία παρουσιάστηκε την άνοιξη του 1941. Υπό την εποπτεία του φον Βιτσλέμπεν θα οργανωνόταν μια μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στο Παρίσι. Στην  Πλας ντε λα Κονκόρντ, από μια ειδικά διαμορφωμένη εξέδρα, ο Αδόλφος Χίτλερ θα παρακολουθούσε τις ‘λεγεώνες της Δύσης’ να παρελαύνουν κατά μήκος της Σανς Ελυζέ με το σταθερό ‘βήμα της χήνας’. Δίπλα του, στρατηγικά τοποθετημένοι, θα ήταν μερικοί από τους πλέον έμπιστους στον Βιτσλέμπεν νεαρούς αξιωματικούς, όλοι με τα πιστόλια τους γεμάτα και απασφαλισμένα. Δύο εξ αυτών ήταν εκείνοι που είχαν αναλάβει το καθήκον της δολοφονίας του Φύρερ.. Όταν θα δινόταν το σύνθημα, θα έβγαζαν τα πιστόλια τους και θα πυροβολούσαν μαζί τον Αδόλφο Χίτλερ, πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι σωματοφύλακές του, που εξαιτίας της περίστασης θα βρισκόταν στο παρασκήνιο. Ένας ακόμη έμπιστος νεαρός αξιωματικός θα κουβαλούσε μια βόμβα, την οποία θα πυροδοτούσε αν κάτι πήγαινε στραβά, ώστε όλοι μαζί – φυσικά και ο Χίτλερ – να τιναχτούν στον αέρα Επρόκειτο για ένα σχέδιο εξαιρετικά θρασύ, αλλά γι’ αυτόν τον λόγο ήταν και σχεδόν βέβαιο ότι θα πετύχαινε. Όμως ο φον Βιτσλέμπεν λογάριαζε δίχως την ‘έκτη αίσθηση’ του Χίτλερ που τον βοηθούσε να αποφεύγει τις κακοτοπιές: απροσδόκητα, η παρέλαση του Μαΐου του 1941 αναβλήθηκε, αφού ο Χίτλερ αποφάσισε – κυριολεκτικά, την ύστατη ώρα – να μην ταξιδέψει στην γαλλική πρωτεύουσα. Ο φον Βιτσλέμπεν απογοητεύτηκε, αλλά ετοιμάστηκε για μια νέα προσπάθεια. Όμως σύντομα δεν θα ήταν πλέον σε θέση να δράσει, αφού ο Χίτλερ ενημερώθηκε για τις νέες εκδηλώσεις αντιπάθειας και μίσους του φον Βιτσλέμπεν προς τους Ναζί και τον Χίτλερ προσωπικά. 
Αυτή τη φορά η αποπομπή του στρατάρχη ήταν οριστική: στις αρχές του 1942, συνταξιοδοτήθηκε. Θα περνούσε τα επόμενα δύο χρόνια στα πατρικά του κτήματα, έως ότου κληθεί – και σαν καλός στρατιώτης, ανταποκριθεί – από τους συντρόφους του να αναλάβει τις τύχες της Wehrmacht, εφόσον η απόπειρα δολοφονίας της 20ης Ιουλίου του 1944 πετύχαινε. Δυστυχώς για τον Βιτσλέμπεν, η βόμβα που τοποθέτησε ο Κλάους φον Στάουφενμπεργκ δεν πέτυχε το στόχο της και ο Χίτλερ επέζησε. Ο φον Βιτσλέμπεν έμελλε να ήταν το πρώτο θύμα του διαβόητου ‘λαϊκού δικαστηρίου’ (Volksgericht), που τον καταδίκασε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Η εκτέλεση του γηραιού στρατάρχη - απαγχονίστηκε με ατσαλένιο σύρμα από ένα τσιγκέλι - κινηματογραφήθηκε κατ’ εντολή του Χίτλερ.


Ο ΒΙΤΣΛΕΜΠΕΝ ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ!

            Ας υποθέσουμε όμως ότι ο φον Βιτσλέμπεν πετύχαινε το σκοπό του. Αυτό θα προϋπέθετε απλώς ότι ο Χίτλερ δεν θα τροποποιούσε την τελευταία στιγμή τα σχέδιά του και μετέβη κανονικά στο Παρίσι για την προγραμματισμένη παρέλαση. Εφόσον κάτι τέτοιο συνέβαινε, ο θάνατος του ήταν βέβαιος, αφού το σύνολο των αξιωματικών που θα βρισκόταν γύρω του τις κρίσιμες ώρες, ήταν αντιναζί και έμπιστοι του Βιτσλέμπεν. Οπότε, το Μάιο του 1941 ο Χίτλερ θα ήταν παρελθόν και η Γερμανία θα έμπαινε σε μια καινοφανή κατάσταση, η εξέταση της οποίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
            Το καινοφανές της υπόθεση έγκειται στο ότι η Γερμανία διεξήγαγε έναν επιθετικό πόλεμο με εξαιρετική επιτυχία: υπό την ηγεσία του Χίτλερ, είχε κατακτήσει την Πολωνία, τις Κάτω Χώρες, τη Γαλλία, τη Νορβηγία και τη Δανία.  Είχε εισβάλλει στα Βαλκάνια και είχε κατακτήσει την Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Ήταν κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης και οι οιωνοί για το μέλλον του πολέμου ήταν άριστοι για τους Γερμανούς, παρότι είχαν αποτύχει να πατήσουν τα βρετανικά νησιά. Ήδη από τον προηγούμενο Δεκέμβριο, ο Χίτλερ είχε δώσει εντολές για την ενεργοποίηση του Σχεδίου Μπαρμπαρόσα, της προσπάθειας καθυπόταξης και της Σοβιετικής Ένωσης. Η επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ θα είχε ξεκινήσει νωρίτερα, αλλά ο Χίτλερ χρειάστηκε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στα Βαλκάνια, όπου ο άξονας είχε περιέλθει σε δυσχερή θέση καθώς οι Έλληνες είχαν αποκρούσει τις λεγεώνες του Μουσολίνι, αναγκάζοντας τις δυνάμεις του άξονα στην πρώτη τους ήττα.  Στην Άπω Ανατολή οι ΗΠΑ είχαν σφίξει τον κλοιό του οικονομικού αποκλεισμού της Ιαπωνίας, όμως η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ δεν είχε ακόμη συμβεί και οι ΗΠΑ δεν είχαν μπει ενεργά στον πόλεμο.
            Αυτά ήταν, σε αδρές γραμμές, τα στρατιωτικά δεδομένα το Μάιο του 1941, όταν – σύμφωνα με την υπόθεσή μας – ο Χίτλερ άφηνε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι, δολοφονημένος από τους έμπιστους του Βιτσλέμπεν. Το πρώτο θέμα που θα προέκυπτε και μάλιστα άμεσα, ήταν ποιος θα είχε τον έλεγχο της Γερμανίας την επομένη της βίαιης απομάκρυνσης του Χίτλερ από την εξουσία. Γενικά ένα μεγάλο μέρος της στρατιωτικής ηγεσίας της Γερμανίας (μεταξύ αυτών οι Μπεκ και Χάλντερ) είχε προετοιμάσει όπως είδαμε ήδη από το 1938 σχέδια για τη διενέργεια πραξικοπήματος σε περίπτωση δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ. Εφόσον επιτύγχανε το πραξικόπημα, οι Ναζί θα απομακρυνόταν από την εξουσία και μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, με την υποστήριξη του στρατού, θα αναλάμβανε να βάλει τη χώρα σε μια μεταβατική περίοδο, έως την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας (που αποτελούσε την επιθυμία των στρατιωτικών). Ανάλογα σχέδια εκπονήθηκαν το 1938, το 1939 και το 1943 και φυσικά το 1944, όπου μάλιστα τέθηκαν καταρχάς σε εφαρμογή (επιχείρηση ‘Βαλκυρία’). Στην περίπτωση της απόπειρας του Βιτσλέμπεν δεν είναι ξεκάθαρο αν είχαν υπάρξει οι συνεννοήσεις για τη διενέργεια αυτού του πραξικοπήματος και αν είχαν γίνει οι απαραίτητες προετοιμασίες. Ωστόσο θεωρείται βέβαιο ότι ο Βιτσλέμπεν θα είχε ενημερώσει εκ των προτέρων τουλάχιστον τον Μπεκ και τον Χάλντερ, που με τη σειρά τους θα είχαν κάνει κάποιες προετοιμασίες. Θεωρούμε λοιπόν δεδομένο ότι οι στρατιωτικοί θα προσπαθούσαν να απομακρύνουν – βίαια, φυσικά – τους Ναζί από την εξουσία. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα προηγούμενα σχέδια πραξικοπήματος, η ευθύνη για τη δολοφονία του Χίτλερ επρόκειτο δημοσίως να αποδοθεί στα SS, που θα ήταν άλλωστε και ο πρώτος στόχος των πραξικοπηματιών: η σύλληψη της ηγεσίας και των στελεχών των SS θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για την επιτυχία του πραξικοπήματος. Ακόμη κι αν αυτή η κίνηση γινόταν και πετύχαινε, οι πιθανότητες να εκφυλιστεί το πραξικόπημα σε έναν εμφύλιο πόλεμο (περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο) ήταν μεγάλη. Αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα το τι ακριβώς θα γινόταν στον εμφύλιο αυτό πόλεμο. 
         Την εποχή που εξετάζουμε, η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία θα μπορούσε εν πολλοίς να ελέγξει το στράτευμα, εξασφαλίζοντας ότι αν όχι το σύνολο των μονάδων του, τότε τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος τους, θα έπαιρνε το μέρος των ‘επαναστατών’ (ή συνωμοτών, ανάλογα με την πλευρά από την οποία το εξετάζουμε) και θα βοηθούσε στην επιχείρηση-ξήλωμα του εθνικοσοσιαλιστικού κρατικού μηχανισμού. Όμως ήταν σχεδόν αδύνατο όλες οι μονάδες να έπαιρναν το μέρος των αντιναζί. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτών και των αξιωματικών ήταν πιστοί ναζί ή συμπαθούσαν το καθεστώς και θαύμαζαν τον Χίτλερ.  Εξάλλου μέχρι την ώρα εκείνη δεν είχε χάσει καμία πολεμική αναμέτρηση και η Γερμανία κατείχε τα 2/3 της Ευρώπης.  Λαμβάνοντας υπόψη το πόσο δημοφιλής ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ, οι συνωμότες το 1938 και το 1939 ενόψει του πραξικοπήματος που ετοίμαζαν, είχαν σχεδιάσει να κυκλοφορήσουν την είδηση ότι ο Χίτλερ είχε δολοφονηθεί από τα SS, τα οποία ούτως ή άλλως ήταν το ‘μαύρο πρόβατο’ για τον γερμανικό στρατό και τους άνδρες που υπηρετούσαν σε αυτόν (όπως ήταν παλιότερα τα SA). Αυτή θα ήταν η ‘επίσημη θέση’ που θα κυκλοφορούσε και στο ευρύ κοινό, που θα ενημερωνόταν ότι τα SS προσπάθησαν να αρπάξουν την εξουσία, ‘αναγκάζοντας’ τον Στρατό να επέμβει για να σώσει την Vaterland. Τα ίδια τα SS την εποχή αυτή ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός, αλλά το στρατιωτικό σκέλος τους ήταν ακόμη υπανάπτυκτο, αφού μόλις είχε ξεκινήσει η επέκταση των μεραρχιών του ένοπλου κλάδου τους (των Waffen-SS) οι οποίες παρότι ήδη είχαν αποκτήσει τον χαρακτήρα των επίλεκτων μονάδων (που θα επιβεβαίωναν ιδιαίτερα εμφατικά στα επόμενα χρόνια) ήταν ακόμη λίγες και πλημμελώς στελεχωμένες. Πάντως οι μονάδες των Waffen-SS και των Totenkopfverbande αποτελούσαν ίσως τον σημαντικότερο κίνδυνο για τους  συνωμότες, καθώς θα αποτελούσαν τις ‘δυνάμεις κρούσης’ των εθνικοσοσιαλιστών στον εμφύλιο που πιθανότατα θα ξεσπούσε. Ηδη από το 1938 και το σχεδιασθέν τότε πραξικόπημα, υπήρχαν σχέδια για σύλληψη των επικεφαλής των SS, ωστόσο το 1941 ο οργανισμός του Χάινριχ Χίμλερ είχε διογκωθεί και αποτελούσε σχεδόν ‘κράτος εν κράτη’.

ΠΟΙΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ;

            Όπως είδαμε ήδη, το ενδεχόμενο ενός εμφυλίου ήταν περίπου βέβαιο. Ωστόσο η κλίμακα του δεν ήταν καθόλου δεδομένη. Αν όντως ο Βιτσλέμπεν είχε προνοήσει να κάνει τις απαραίτητες συνεννοήσεις, τότε η προσπάθεια των στρατιωτικών να αποκτήσουν τον έλεγχο πριν κλιμακωθεί η αναμενόμενη αντίδραση των Ναζί, ενδεχομένως να πετύχαινε με σχετικά περιορισμένο τίμημα σε αίμα. Η διαμάχη σαφώς και θα ήταν σκληρή, αφού οι Ναζί δεν θα άφηναν την εξουσία να τους ξεφύγει τόσο εύκολα. 
            Οπότε και το τι θα συνέβαινε στο μέλλον, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης για την εξουσία στη μετά-Χίτλερ εποχή. Αν οι εθνικοσοσιαλιστές κατόρθωναν να παραμείνουν στην ηγεσία της χώρας, το μέλλον θα ήταν μάλλον αβέβαιο. Από τους υποψήφιους διαδόχους του Χίτλερ την εποχή αυτή, θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τους Ες, Γκαίρινγκ, Μπόρμαν, Γκέμπελς και Χίμλερ κατά πρώτο και κύριο λόγο. Ο Ρούντολφ Ες ήταν ο αναπληρωτής Φύρερ και εξ απορρήτων του Χίτλερ. Θεωρείτο όμως ‘αδύναμη προσωπικότητα’ και τα ερείσματά του εντός του κόμματος ήταν αναιμικά και δεν ήταν δυνατό να στηρίξουν ανάρρησή του στην εξουσία. Επίσης γενικά θεωρείτο ‘ετερόφωτος’ και ήταν χαμηλών τόνων – σαφώς δεν διέθετε το ειδικό βάρος για να σταθεί ως αντικαταστάτης του χαρισματικού Χίτλερ. Ο Μπόρμαν ήταν πανίσχυρος στο κόμμα, έχοντας θέσει στο περιθώριο τον Ες (κι ας ήταν ο τελευταίος τυπικά προϊστάμενός του), όμως γενικά ήταν μικρών δυνατοτήτων και δεν είχε κανένα ηγετικό χάρισμα. Κι αυτός ήταν ένας άνθρωπος των παρασκηνίων, που σε αντίθεση με τον Χίτλερ προτιμούσε να μηχανορραφεί πίσω από τις κουίντες. Σαφώς και θα ήταν εξαιρετικά μεγάλη  έκπληξη αν ήταν εκείνος ο διάδοχος του Χίτλερ. Ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο ουσιαστικός υπ’ αριθμόν 2 ισχυρός άνδρας του Γ’ Ράιχ (μετά τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ) ήταν δημοφιλής, είχε ηγετικά προσόντα (αν και, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήταν μάλλον υπερεκτιμημένα) και θα μπορούσε να αποτελέσει τη διάδοχο κατάσταση, αν είχε τη δυνατότητα να κινηθεί αρκετά γρήγορα και εξασφάλιζε τις απαραίτητες ενδοκομματικές συμμαχίες. Το ότι ήλεγχε τη Luftwaffe (και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστος από τις δολοπλοκίες των στρατιωτικών) ήταν ένα ακόμη υπέρ του στοιχείο. Όπως και το ότι είχε ισχυρότατα ερείσματα στην αστυνομία του Ράιχ. Ήταν η πιο γνωστή φιγούρα στο Γ’ Ράιχ και είχε ισχυρότατες βάσεις στην κατεξοχήν περιοχή που στήριζε τους Ναζί, τη Βαυαρία. Ο έτερος δελφίνος, ο Γιόζεφ Γκέμπελς είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως ‘ο μάγος της προπαγάνδας’, ήταν ευφυέστατος, διέθετε πλούσια ηγετικά χαρίσματα και ήταν την εποχή αυτή ‘η φωνή και το πρόσωπο του Γ’ Ράιχ’. Επίσης ήταν και εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των Γερμανών, που είχαν ήδη αρχίσει να τον βλέπουν και να τον ακούν περισσότερο απ’ ότι τον Χίτλερ. Γενικά όμως θεωρείται ότι δεν είχε τόσο ισχυρά προσωπικά ερείσματα εντός του NSDAP ώστε να επιβάλλει τον εαυτό του ως Φύρερ, παρότι σίγουρα αποτελούσε τον προφανέστερο ανταγωνιστή του Γκαίρινγκ. Τέλος ο Χάινριχ Χίμλερ, ο Reichsfuhrer SS, είχε στη διάθεσή του τον πανίσχυρο μηχανισμό των SS και ουσιαστικά και των μυστικών υπηρεσιών της Γερμανίας, οπότε δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ως υποψήφιος. Ωστόσο θα ήταν ένας από τους πρώτους στόχους των συνωμοτών, ενώ παρά τις αναμφισβήτητες ικανότητές του δεν είναι βέβαιο ότι θα έβρισκε πολλούς σημαίνοντες Ναζί για τον υποστηρίξουν. Τυχόν επικράτηση του θα οφειλόταν αποκλειστικά σε παρασκηνιακές – και μάλλον αιματηρές – ‘ρυθμίσεις’, αφού πολιτικά δεν βρισκόταν σε θέση να απειλήσει τους Γκαίρινγκ και Γκέμπελς.
            Όποιος και αν ήταν ο διάδοχος του Χίτλερ, η εδραίωσή του στην εξουσία δεν θα ήταν ούτε απλή, ούτε εύκολη. Και για το λόγο αυτό πολλά από τα σχέδια που είχε ετοιμάσει και προωθήσει ο Χίτλερ, θα έπρεπε να μπουν (προσωρινά τουλάχιστον) ‘στο ψυγείο’. Είναι βέβαιο ότι ο νέος φύρερ μάλλον δεν θα προχωρούσε με τα σχέδια για εισβολή στην ΕΣΣΔ στη φάση εκείνη: οι προετοιμασίες βρισκόταν σε προχωρημένο σημείο, ωστόσο μέχρι την εδραίωσή του στην εξουσία εντός του Γ’ Ράιχ και έχοντας αντιμετωπίσει μια βίαιη αντίδραση από μεγάλη μερίδα των στρατιωτικών, δεν θα ήταν δυνατό να εμπλακεί σε μια νέα πολεμική περιπέτεια και μάλιστα της κλίμακας της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Οι συνθήκες πρόσταζαν παύση της πολεμικής δραστηριότητας, έως ότου ξεκαθαρίσει το ομιχλώδες τοπίο και εδραιωθεί η νέα εξουσία στις συνειδήσεις των Γερμανών. Αφού περνούσε αυτό το διάστημα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο στόχος επίθεσης θα παρέμενε η ΕΣΣΔ. Άλλωστε οι επιτελείς του Χίτλερ είχαν προβλέψει ότι η ΕΣΣΔ θα ήταν ‘προσιτός’ στόχος έως και το 1942, όταν θεωρούσαν ότι θα διαταρασσόταν η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών σε βάρος της Γερμανίας.  
Με αυτά τα δεδομένα, ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι, σε περίπτωση που η Γερμανία εισερχόταν στη δίνη ενός εμφυλίου πολέμου πως θα αντιδρούσε ο Στάλιν; Η δέσμευση του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα σημαντική και ο Στάλιν ίσως και να το παραβίαζε (όπως έκανε και ο Χίτλερ) εφόσον θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο τον συνέφερε. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν πιθανό ότι ο Στάλιν θα εισέβαλλε στην ανατολική Ευρώπη για να επωφεληθεί από την αταξία που θα επέφερε ο θάνατος του Χίτλερ, ωστόσο με τον Ερυθρό Στρατό στην κατάσταση που βρισκόταν το 1941, κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου βέβαιο. Ωστόσο ο Στάλιν θα προσπαθούσε να επωφεληθεί από τυχόν αναταραχή στη Γερμανία, ίσως επεκτείνοντας (αναίμακτα ή με τα όπλα) τη σφαίρα επιρροής του σε περιοχές της ανατολικής Ευρώπης που δεν ήλεγχε το Γ’ Ράιχ. Στο δυτικό μέτωπο και καθώς οι ΗΠΑ δεν είχαν εμπλακεί ακόμη, η κατάσταση ήταν συγκεχυμένη. Η ‘φιλική’ προς τους Βρετανούς διάθεση του Χίτλερ, είχε εμποδίσει την αιχμαλωσία ολόκληρου του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (BEF) και είχε οδηγήσει στην πρόωρη, κατά πολλούς, παύση των επιχειρήσεων για την προετοιμασία της επιχείρησης ‘Θαλάσσιος Λέων’ (Seelowe), δηλαδή της εισβολής στα βρετανικά νησιά. Πέραν της άποψης του Χίτλερ περί ‘φυλετικής συγγένειας’ με τους Βρετανούς, άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος, όπως ο Ρούντολφ Ες και οι Χαουσχόφερ, πατήρ και υιός, ήταν παράγοντες που δρούσαν υπέρ της προσπάθειας εξεύρεσης μιας λύσης που θα ήθελε και τις δύο χώρες – Βρετανία και Γερμανία – μέτοχους στη μοιρασιά του κόσμου. Ωστόσο με τη δολοφονία του Χίτλερ, τόσο ο Ες όσο και οι Χαουσχόφερ θα βρισκόταν εκτός της πολιτικής σκηνής της Γερμανίας. Οποιος και αν ήταν ο διάδοχος του Χίτλερ, πιθανότατα δε θα συμμεριζόταν τα φιλοβρετανικά συναισθήματα του Φύρερ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα σοβαρό ενδεχόμενο ο διάδοχος του Φύρερ να προσπαθούσε να κλείσει το δυτικό μέτωπο με τη Βρετανία πριν ανοίξει κάποιο άλλο (κάτι που υπαγορευόταν, άλλωστε και από την κοινή λογική). Η Γερμανία είχε τους πόρους και τις δυνάμεις (τις οποίες όμως διοχέτευε ο Χίτλερ στα ανατολικά σύνορα, για την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα) για να επαναλάβει τη ‘Μάχη της Βρετανίας’ και να την κερδίσει αυτή τη φορά, πετυχαίνοντας τις συνθήκες για να εισβάλλει στα βρετανικά νησιά και να εξαναγκάσει την κυβέρνηση της Α.Μ. σε συνθηκολόγηση. Ιδιαίτερα αν ο διάδοχος του Χίτλερ ήταν ο Γκαίρινγκ, που κατά τα φαινόμενα έφερε βαρέως την ήττα της Luftwaffe πάνω από τους βρετανικούς ουρανούς, πιθανότατα η Επιχείρηση Seelowe να επανερχόταν στο προσκήνιο. Οσον αφορά στις προεκτάσεις αυτής της πορείας σκέψης, το μοναδικό που χρειάζεται να αναφέρουμε είναι αυτό: η Βρετανία ήταν ο ‘μοχλός’ που έφερε τις ΗΠΑ στον πόλεμο ενάντια στον Άξονα (βρετανικές και αμερικανικές συνεννοήσεις είχαν υπαγορεύσει εξαρχής την άσκηση πίεσης στους Ιάπωνες, που τελικώς ‘ανάγκασαν’ την Ιαπωνία να επιλέξει την οδό της πολεμικής αναμέτρησης με τις ΗΠΑ). Με Βρετανία και ΗΠΑ εκτός πολέμου, ουδείς μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν η τύχη της ΕΣΣΔ σε μια ολοκληρωτική αντιπαράθεση με το σύνολο των δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει το Γ’ Ράιχ.
            Υπάρχουν και άλλες επιπλοκές στο ίδιο ζήτημα: εφόσον ο Χίτλερ εξοντωνόταν, ο διάδοχος του θα τιμούσε τις συμφωνίες που είχε υπογράψει, λ.χ. με την Ιαπωνία; Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στις ΗΠΑ μετά το Περλ Χάρμπορ και υπακούοντας στη συμφωνία με την Ιαπωνία. Ενδεχομένως ένας άλλος ηγέτης να ήταν λιγότερο ενθουσιώδης στο να κηρύξει τον πόλεμο σε μια χώρα που δεν ήταν δυνατό, λόγω των απεριόριστων σχεδόν πόρων που διέθετε αλλά και της θέσης της, να νικηθεί από τις δυνάμεις του Άξονα. Μια άλλη επιπλοκή έχει να κάνει με την αντίδραση της Βρετανίας, που ωστόσο στρατηγικά είχε ελάχιστες δυνατότητες την περίοδο αυτή (αρχές-μέσα του 1941). Η διάλυση του Άξονα δεν θα πρέπει να αποκλείεται, όμως δεν ήταν πιθανή (τουλάχιστον ως προς τον άξονα Βερολίνο-Ρώμη). Έξοδος της Γερμανίας από τον πόλεμο, εφόσον οι Ναζί παρέμεναν στην εξουσία, δεν είναι πιθανή και μάλλον θα πρέπει ένα τέτοιο ενδεχόμενο να αποκλειστεί. Αν και εξαρτάται εν πολλοίς από το πρόσωπο που θα ήταν ο διάδοχος του Χίτλερ, αφού το καθεστώς των εθνικοσιαλιστών ήταν σε μεγάλο βαθμό προσωποπαγές. Πάντως οι στόχοι του πολέμου σίγουρα θα επαναπροσδιορίζοντο, όπως και οι προτεραιότητες των ενόπλων δυνάμεων του Γ’ Ράιχ.


ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΝ

Το δεύτερο ενδεχόμενο μετά τη δολοφονία του Χίτλερ, θα ήταν η επικράτηση των Στρατιωτικών, που θα δοκίμαζαν να καταλάβουν την εξουσία. Την εποχή αυτή επικεφαλής της ανώτατης διοίκησης του στρατού (ΟΚΗ) ήταν ο Βάλτερ φον Μπράουχιτς, αντιναζί αλλά προσωπικά δεμένος με τον Αδόλφο Χίτλερ (ο οποίος τον είχε βοηθήσει, οικονομικά και ηθικά). Αν ο Χίτλερ εξοντωνόταν, ο Μπράουχιτς κατά πάσα πιθανότητα θα τασσόταν υπέρ των συνωμοτών – άλλωστε είχε δηλώσει στον Μπεκ και τον Χάλντερ ότι δεν θα έκανε οτιδήποτε ενάντια στο σχεδιαζόμενο πραξικόπημα του 1938, παρά την προσωπική του φιλία με τον Χίτλερ (και όντως, παρότι ήταν ενήμερος όλων των κινήσεων των συνωμοτών, δεν τους πρόδωσε στον Χίτλερ).  Επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου ήταν ο ίδιος ο Χάλντερ, εκ των ηγετικών φυσιογνωμιών της γερμανικής αντίστασης,. Επικεφαλής του έτερου ισχυρού οργανισμού της ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, του OKW, ήταν ένας έμπιστος του Χίτλερ και φανατικός Ναζί, ο Βίλχελμ Κάιτελ. Οι δεσμοί του με τον Χίτλερ είναι φανεροί από το ότι οι συνάδελφοί του, τον αποκαλούσαν ‘Lakeitel’, που ήταν ένα λογοπαίγνιο με το όνομά του και τη λέξη lakei (λάκαϊ) που σημαίνει ‘λακές’. ΟΚΗ και Γενικό Επιτελείο θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της πλειοψηφίας των μονάδων του Γ΄ Ράιχ, όπως και του Στρατού Αναπλήρωσης που ήταν η βασικότερη δύναμη στο έδαφος της Γερμανίας και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταληφθεί η εξουσία. Άλλωστε και η συνωμοσία της 20ης Ιουλίου του 1944 είχε ως βασικό εργαλείο για την κατάληψη της εξουσίας, το Στρατό Αναπλήρωσης (Επιχείρηση Βαλκυρία). Οι πιθανότητες των στρατιωτικών, εφόσον υπήρχε πρότερη συνεννόηση και οργάνωση, να καταλάβουν την εξουσία απομακρύνοντας τους Ναζί, ήταν αρκετά μεγάλες. Κι αυτό παρότι η πλειοψηφία των ανώτερων και ανώτατων αξιωματικών (και η συντριπτική πλειοψηφία των κατώτερων αξιωματικών και απλών ανδρών) της Wehrmacht ήταν θετικά διακείμενη προς τον Χίτλερ και τους Ναζί.
Σε μια τέτοια περίπτωση, μια κυβέρνηση ‘εθνικής ενότητας’ με τη στήριξη του Στρατού θα αναλάμβανε τη χώρα και αναμένεται ότι θα προσπαθούσε να πετύχει την απεμπλοκή της από τον πόλεμο. Καθώς κύκλοι της Αντίστασης είχαν ήδη επαφές με το Λονδίνο, θεωρείται δεδομένο ότι ο Τσώρτσιλ σύντομα θα λάμβανε προτάσεις ειρήνευσης πολύ πιο πειστικές από εκείνες που του είχε στείλει ο Χίτλερ. Ιδιαίτερα μάλιστα καθώς στην περίπτωση αυτή οι Βρετανοί δεν θα είχαν τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της Γερμανίας ως ‘Δούρειο Ίππο’ κατά της ΕΣΣΔ – όπως είναι πολύ πιθανό να έγινε στην πραγματικότητα. Εξάλλου μια κυβέρνηση εκ προσωπικοτήτων, που θα έσπευδε να προχωρήσει για παράδειγμα στην αποχώρηση από τα κατακτημένα εδάφη, θα αφαιρούσε όλα τα ηθικά ερείσματα των Βρετανών για συνέχιση της αντίστασης. Φυσικά σε μια τέτοια περίπτωση, οι πιθανότητες να παραμείνει ενεργός ο Άξονας Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο ήταν μηδαμινές.
Αναφέραμε ήδη το πολίτευμα που προτιμούσε η γερμανική αριστοκρατία (καθώς αυτό εξασφάλιζε με τον καλύτερο τρόπο τα προνόμιά της) ήταν η συνταγματική μοναρχία. Μάλιστα οι στρατιωτικοί επιθυμούσαν την επαναφορά της δυναστείας του Κάιζερ και για την ακρίβεια ο διάδοχός του ήταν έτοιμος να αναλάβει το αξίωμα του εφόσον πετύχαινε το ματαιωθέν πραξικόπημα του 1938 ή αυτό του 1939. Μια επαναφορά της Γερμανίας στη Συνταγματική Μοναρχία δεν ήταν επιθυμητή από τους δυτικούς Συμμάχους, ωστόσο ήταν αρκετά πιθανή εφόσον επικρατούσαν οι στρατιωτικοί. Από κει και πέρα το πιθανότερο είναι ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα τερματιζόταν. Σε μια τέτοια περίπτωση βεβαίως μένει ανοιχτό το ερώτημα, τι θα έκανε ο Στάλιν, οι φιλοδοξίες του οποίου για ‘εξαγωγή της επανάστασης’ ήταν υπαρκτές και προς την κατεύθυνση αυτή εργαζόταν, καθιστώντας σιγά-σιγά πανίσχυρες τις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις. Αλλά αυτό το ερώτημα παραείναι υποθετικό για να απαντηθεί, με δεδομένο ότι ο Στάλιν δεν είχε ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του πριν από την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, η οποία πραγματικά τον κατέλαβε εξ απήνης (κάτι που είναι φανερό από την εντελώς ακατάλληλη τοποθέτηση των σοβιετικών δυνάμεων και την άρνησή του να προετοιμαστεί για την επίθεση, παρά τις πληροφορίες που ανέφεραν τις γερμανικές προετοιμασίες). Πάντως στρατηγικές μελέτες της εποχής, δείχνουν ότι η ΕΣΣΔ δεν είχε άμεσα σχέδια για εισβολή στην ανατολική Ευρώπη.
Σε κάθε περίπτωση, ένας πρόωρος θάνατος του Αδόλφου Χίτλερ θα είχε αλλάξει άρδην το σκηνικό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την εικόνα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η εγκαθίδρυση της νέας (για την εποχή) τάξης πραγμάτων του διπολικού κόσμου, πιθανότατα δεν θα είχε γίνει και οι ΗΠΑ δεν θα είχαν αναλάβει την ‘κηδεμονία’ της δυτικής Ευρώπης. Αυτό και μόνο το γεγονός αρκεί για να κατανοήσουμε πόσο διαφορετικός θα ήταν αυτός ο κόσμος. Καλύτερος ή χειρότερος από αυτόν που δημιουργήθηκε στην πραγματικότητα, ουδείς μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια.

Ωραία το λοιπόν, μια και ξεκινήσαμε το νέο μας (ατσα, πρώτο πληθυντικό!) γενικού ενδιαφέροντος βλογ, ας αναζωπυρώσουμε και το ενδιαφέρον τούτου εδώ. Το ιστορικό μου βλογ, το οποίο το άφησα μόνο κι έρημο και μαράζωσε... θα ανεβάσω στις επόμενες μέρες μερικά κειμενάκια, αρχής γενομένης από σήμερις. Οχι, δεν θα περιοριστώ σε τούτο το φρεσκαριστικό μήνυμα, θα ανεβάσω κι ένα ολόκληρο ιστορικό κείμενο. Ή ανιστορικό... ή και ανιστόρητο. Τες παν, θα διαβάσετε και θα κρίνετε! Χαίρομαι που είμαι ξανά μαζί σας (ναι, σε εσάς τους πέντε αναγνώστες μου αναφέρομαι!) και ελπίζω να σας αρέσουν τα κειμενάκια μου!

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Είχαμε και τσι πρώτοι αναγνώσται μας! Καλώς ήλθατε μπρε! Πάρτε ένα φοντανάκι, να σας φτιάσω κανα καφέ, φτιάνω τέλειο ελληνικό? Αφήστε κανα σχόλιο και φεύγοντας μη ξεχάσετε να πάρετε την ομπρέλα σας, μπορεί να βρέξει. Θα χαρούμε να σας βλέπουμε τακτικά στο βλογ μας (εγώ, ο άλλος μου εαυτός και ο παράλλος μου).
Βασικά όπως θα παρατηρήσετε, το βλογ μου θέλει ακόμη δουλειά (πολλή). Ωστόσο μην περιμένετε τίποτε νεωτερικά κόλπα, bells'n'whistles και γραφιστικές ακροβασίες - θα συνεχίσω να το κρατάω σεμνό και ταπεινό ;) και πάνω απ' όλα λιτό - οπτικά. Το ενδιαφέρον σε αυτό το βλογ δεν είναι ο συνδυασμός χρωμάτων, οι εκπάγλου κάλλους φωτο και τα λάιφσταϊλ σχόλια. Οχι, το focus βρίσκεται στα κείμενα και αυτά θα προβάλλω (μέσα από την λιτότητα του συνόλου).
Βεβαίως τακτικά θα κάνω αλλαγές, έως ότου η Ιστορία Επί του Ιστού αποκτήσει τον περιπουμόνιμο χαρακτήρα της. Ας πούμε, σήμερα λέω να αλλάξω φωτογραφία γιατί ένας βλάχος που επισκέφτηκε τρεις πρωτεύουσες και νομίζε ότι κάτι έκανε (:-P :-P :-P ) μου την είπε χονδροειδώς για την φωτο της Λα Ρεβολουσιόν :((((

Αργότερα σήμερα ίσως ανεβάσω ένα κείμενο ακόμη... Φιλούρες και...

ΑΦΗΣΤΕ ΡΕ ΚΑΝΑ ΜΗΝΥΜΑ

:))))

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Συνεχίζουμε σήμερα με ένα θέμα ελληνικό. Το αντικείμενο του άρθρου αυτού, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, είναι ένα από εκείνα που συναρπάζουν τους Έλληνες (κι όχι μόνο) αναγνώστες: η ιστορία του Αλεξάνδρου του Μέγα. Στο άρθρο αυτό προσπαθώ να δώσω μια σφαιρική εικόνα της προσωπικόητας του Αλεξάνδρου και να σκιαγραφήσω, έστω με αδρές γραμμές, τα κίνητρα που τον ώθησαν στη μεγαλεπήβολη εκστρατεία του. Στους στόχους μου περιλαμβάνεται να δώσω και μια εικόνα του 'νέου κόσμου' που δημιούργησαν οι κατακτήσεις του Μακεδόνα στρατηλάτη. Ελπίζω να σας αρέσει.

Ο στρατηλάτης, ο ήρωας, ο αμφιλεγόμενος

Αλεξάνδρου Ανάβασις

O Αλέξανδρος Β' της Μακεδονίας, γιος του Φιλίππου Β', ξεκίνησε πριν από 2300 χρόνια μία σύντομη αλλά εκτυφλωτικά λαμπερή πορεία, που τον έφερε από την Πέλλα στα πέρατα του κόσμου. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προσεγγίσουμε την προσωπικότητα του Αλέξανδρου ως στρατιωτικού ηγέτη, πολιτικού, διαχειριστή της τεράστιας αυτοκρατορίας αλλά και ανθρώπου.

Αμέτρητα είναι τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον γιο του Φιλίππου, αυτόν που η ιστορία ονόμασε Μέγα. Τα κολακευτικά επίθετα που έχουν χρησιμοποιήσει οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν μαζί του, έχουν εξαντλήσει το σχετικό "οπλοστάσιο" δεκάδων γλωσσών. Δεν είναι λίγοι και εκείνοι που σπεύδουν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που ο αναθεωρητισμός της ιστορίας κερδίζει έδαφος, να τον χρησιμοποιήσουν λιγότερο κολακευτικούς χαρακτηρισμούς για την προσωπικότητα και το έργο του.
Μεταξύ των μεγάλων κατακτητών της ιστορίας κατέχει μία θέση στην κορυφή, με μοναδικό ίσως συγκάτοικο τον Τζένγκις Χαν, το μεγάλο Χάνο των Μογγόλων που δημιούργησε μια αυτοκρατορία ακόμη μεγαλύτερη από αυτήν του Αλεξάνδρου.
Ο Αλέξανδρος ήταν ένας κυνηγός. Δεν είναι περίεργο που το αγαπημένο σπορ της μακεδονικής αριστοκρατίας, το κυνήγι, ήταν το μεγαλύτερο πάθος στην ζωή του Αλεξάνδρου. Καθημερινά, όπως μας παραδίδουν οι πηγές, ακόμη και όταν βρισκόταν σε εκστρατεία, ο Αλέξανδρος έβρισκε χρόνο να αφιερώσει την αγαπημένη του ενασχόληση. Καθόλη τη διάρκεια των περιπετειών του, σπάνια ο Αλέξανδρος άφηνε να περάσει μια μέρα δίχως να κυνηγήσει. Και κατά την διάρκεια του κυνηγιού, στο οποίο προτιμούσε τα δυσκολότερα θηράματα, θηριώδεις αγριόχοιρους και άγρια λιοντάρια, ο Αλέξανδρος συμπεριφερόταν ως συνήθως: ήθελε να είναι πάντα πρώτος, να ξεπερνά τους συντρόφους του και να φθάνει στο θήραμα πριν από αυτούς. Από τους αρχαίους μελετητές έχουν καταγραφεί περιστατικά όπου ο Αλέξανδρος έχασε την ψυχραιμία του και τιμώρησε με αυστηρότητα κάποιον από τους συντρόφους του που έκαναν το σφάλμα να μην τον αφήσουν να σκοτώσει το θήραμα που κυνηγούσαν μαζί.
Αυτή του την φύση του κυνηγού, ο Αλέξανδρος την επιβεβαίωνε καθημερινά στις περιπέτειες του: Κυνηγός των απολαύσεων, κυνηγός της γνώσης, κυνηγός του μεγαλείου, κυνηγός της περιπέτειας. Και παρέμεινε τέτοιος, ένας αμετανόητος κυνηγός, μέχρι την τελευταία του πνοή.

ΤΑΠΕΙΝΕΣ ΑΠΑΡΧΕΣ

Όταν ο Αλέξανδρος ανήλθε στο θρόνο της Μακεδονίας, το βασίλειο του ελληνικού βορρά είχε μόλις καταστεί, από τον πατέρα του Φίλιππο, μία αξιοσημείωτη δύναμη στα ελληνικά πράγματα. Οι Μακεδόνες ηγεμόνευαν των Ελλήνων, όπως πριν από αυτούς οι Θηβαίοι, οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι και είχαν ως μεγάλο στόχο την απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών της Μ.Ασίας από την περσική κυριαρχία και, συνολικότερα, την εξαφάνιση της περσικής ισχύος.
Ήταν ένας ιδιαίτερα φιλόδοξος στόχος, αφού η Περσική Αυτοκρατορία μπορεί την εποχή αυτή να μην ήταν στην καλύτερη στιγμή της ιστορίας της, ωστόσο δεν ήταν και αμελητέα ποσότητα. Συμπεριλάμβανε πληθυσμό 30πλάσιο του συνόλου των Ελλήνων, είχε στη διάθεση της ατέλειωτα πλούτη και μια στρατιωτική παράδοση τριών αιώνων.
Ο Φίλιππος είχε προλειάνει το έδαφος και ετοίμαζε την τελική εκστρατεία για να συντρίψει την περσική δύναμη. Μάλιστα, είχε στείλει τον έμπιστο του Παρμενιώνα στην Μ. Ασία για να προετοιμάσει το έδαφος και να δημιουργήσει ένα ευρύ προγεφύρωμα. Η εύθραυστη Κορινθιακή Συμμαχία προμήθευε τον Φίλιππο με μία επίφαση νομιμότητας για τις πράξεις του, αφού θεωρητικά λειτουργούσε εξ ονόματος ολων των Ελλήνων.
Ωστόσο, δεν έμελλε ο Φίλιππος να ολοκληρώσει τα σχέδια του, αφού τον πρόλαβε ο θάνατος. Ο γιος του Αλέξανδρος χρειάστηκε να πολεμήσει για να καταλάβει το θρόνο και δεν στάθηκε ιδιαίτερα ευσπλαχνικός προς τους ανταγωνιστές του. Όταν πλέον παγιοποίησε την κυριαρχία του, αντιμετώπισε την πρώτη μεγάλη πρόκληση της βασιλείας του: οι βόρειοι γείτονες της Μακεδονίας, που είχαν υποταγεί από τον θυελλώδη Φίλιππο, θεώρησαν ότι τους δόθηκε η ευκαιρία να αποτινάξουν τη μακεδονική κυριαρχία καθώς ο "αδύναμος", όπως πίστευαν, διάδοχος προσπαθούσε ακόμη να σταθεροποιηθεί. Ο Αλέξανδρος επέδειξε ήδη σε αυτήν την περίσταση την αποφασιστικότητα του, αφού με μία αστραπιαία εκστρατεία συνέτριψε κάθε αντίδραση και εξασφάλισε την καλή γειτονία των βαρβάρων του Βορρά. Οι ελληνικές πόλεις του Νότου, που θέλησαν να ανακτήσουν την ουσιαστική αυτοτέλεια τους, ήταν ο επόμενος στόχος του Αλέξανδρου, που με μια τρομερή πράξη, την πλήρη καταστροφή της Θήβας και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της, θέλησε να καταστήσει σαφές ότι δεν θα ανεχθεί την αποστασία.
Ο δρόμος για την Ανατολή ήταν πλέον ανοιχτός. Ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε το στρατό του και ετοιμάστηκε να διαπεραιωθεί στην Ασία, για να ολοκληρώσει το έργο του πατέρα του και να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομα του στο βιβλίο της Ιστορίας.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Για να είμαστε δίκαιοι, ο στρατός του Αλέξανδρου ήταν επί της ουσίας δημιούργημα του πατέρα του, Φίλιππου Β'. Εκείνος ήταν που κατόρθωσε να "ξεκλειδώσει" το αναξιοποίητο δυναμικό της μακεδονικής υπαίθρου και να δημιουργήσει έναν λίγο ή πολύ επαγγελματικό στρατό, ιδανικό εργαλείο για τον κατακτητικό πόλεμο ενάντια στην Περσία.
Πριν από τον Φίλιππο, ο στρατός του Βασιλείου της Μακεδονίας ήταν ουσιαστικά ένα σώμα επίστρατων, που καλούνταν υπό τα όπλα όταν παρίστατο ανάγκη, παρέμεναν επιστρατευμένοι για σύντομα χρονικά διαστήματα και στη συνέχεια αποδεσμεύονταν για να επιστρέψουν στις - αγροτικές, επί το πλείστον - ασχολίες τους. Η βασική του δύναμη ήταν το ιππικό, που το αποτελούσαν οι Εταίροι του Βασιλιά, οι πλουσιότεροι γαιοκτήμονες που είχαν τη δυνατότητα να συντηρούν πολεμικούς ίππους. Αρχικά ο Φίλιππος είχε στη διάθεση του περίπου 600 βαριούς ιππείς και ένα αριθμό επιστράτων πεζών που κατά κανόνα δεν ξεπερνούσε τις 10.000.
Ο Φίλιππος, παγιώνοντας την κυριαρχία του πάνω σε όλη τη μακεδονική επικράτεια, εξασφαλίζοντας τα ορυχεία του Παγγαίου, πλούσιες προσόδους από τους υποτελείς λαούς και πόλεις και συστηματοποιώντας τη συλλογή φόρων, κατόρθωσε να αναδιοργανώσει πλήρως το στράτευμα.
Τριπλασίασε τον αριθμό των Εταίρων (από 600 έγιναν 1.800), δημιούργησε ένα "επαγγελματικό" σώμα ως πυρήνα του πεζού στρατεύματος (αυτούς που έγιναν αργότερα γνωστοί ως "υπασπιστές") και καθιέρωσε αμοιβές για το σύνολο των υπηρετούντων στο στρατό. Με το τελευταίο μέτρο κατόρθωσε να αποδεσμεύσει τους Μακεδόνες από τα "πολιτικά" τους καθήκοντα, αφού το χρυσάφι του Παγγαίου ήταν επαρκές για να τους απομακρύνει από τα χωράφια τους.
Καθιέρωσε και ενιαίο οπλισμό επανεξοπλίζοντας τους άνδρες του - με έξοδα του βασιλείου - με ένα εξαιρετικά μακρύ δόρυ, τη σάρισα και μία μικρή, στρογγυλή ασπίδα. Δημιούργησε έτσι τη φάλαγγα των σαρισοφόρων, που αποτέλεσε το βασικό στοιχείο του νέου στρατού. Επίσης είχε τη δυνατότητα να συμπληρώνει αυτή τη βασική δύναμη (βαρύ ιππικό και βαρύ πεζικό) με ελαφρύτερα οπλισμένους ιππείς και πεζούς, επίστρατους (ψιλούς, τοξότες και σφενδονήτες από τη Μακεδονία) ή μισθοφόρους (πελταστές από τη Θράκη, νοτιοελλαδίτες οπλίτες, τοξότες από την Κρήτη κ.α.).
Ο Φίλιππος ήταν και Ταγός της Θεσσαλίας, οπότε ενέταξε στον στρατό του αρκετές ίλες από το περίφημο θεσσαλικό ιππικό, το καλύτερο μέσο ιππικό του ελληνικού κόσμου αυτήν την εποχή.
Με την προσθήκη, επί Αλεξάνδρου, και των Ελλήνων συμμάχων, που προμήθευαν οπλίτες και πελταστές σε μεγάλους αριθμούς καθώς και των βορείων γειτόνων που παραχώρησαν στο στρατό του Μακεδόνα στρατηλάτη μεγάλους αριθμούς ακοντιστών (Αγριάννες) πελταστών και ελαφρών ιππέων (θρακικά φύλα), σχηματίστηκε ο θαυμαστός στρατός που κατέκτησε την Περσική Αυτοκρατορία και έφθασε μέχρι τον Ινδό!
Ο στρατός του Αλεξάνδρου ήταν οργανωμένος πάνω σε εξαιρετικά πρότυπα από το Φίλιππο, ο οποίος είχε καθιερώσει και την πραγματοποίηση σε τακτά χρονικά διαστήματα γυμνασίων του στρατεύματος. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι οι άνδρες του Αλεξάνδρου ήταν σε θέση να εκτελούν υποδειγματικά περίπλοκους ελιγμούς στο πεδίο της μάχης, ακόμη και η - φαινομενικά "δύσκαμπτη" - φάλαγγα! Αυτό υπονοεί, πέραν του αυτονόητου, δηλαδή της λεπτομερειακής κάθετης δομής, την διενέργεια τακτικών ασκήσεων. Η βασική οργανωτική μονάδα ήταν η Τάξις των 1536 (ή 2048) ανδρών και η δομή συμπεριλάμβανε αξιωματικούς και υπαξιωματικούς έως και σε επίπεδο διμοιρίας.
Στην εποχή μας επιβιώνουν αρκετές αναφορές στην οργάνωση φαλαγγών, αλλά όλες οι πηγές είναι μεταγενέστερες του Αλεξάνδρου. Τα τρία τακτικά εγχειρίδια του Αιλιανού, του Αρριανού και του Ασκληπιόδωτου προσφέρουν αναλυτικές πληροφορίες για τον τρόπο οργάνωσης των ελληνιστικών φαλαγγών, καθώς κατά τα φαινόμενα και τα τρία χρησιμοποιούν ως κύρια πηγή το (χαμένο) αντίστοιχο εγχειρίδιο του Πολύβιου. Πάντως ο Αιλιανός υποστηρίζει ότι οι αριθμοί που δίνει αφορούν στην εποχή του Αλεξάνδρου, αν και όλες οι πηγές που χρησιμοποιεί είναι αρκετά μεταγενέστερες.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης είναι εκείνος που δίνει ακριβείς αριθμούς για το στράτευμα που πήρε μαζί του στην Ασία ο Αλέξανδρος. Όσον αφορά στο πεζικό, μιλά για 12.000 Μακεδόνες πεζούς, ήτοι 9.000 φαλαγγίτες και 3.000 υπασπιστές σύμφωνα με την γενικά αποδεκτή εξήγηση.
Οι φαλαγγίτες (πεζέταιροι) ήταν χωρισμένοι σε 6 τάξεις, η κάθε μία εκ των οποίων ήταν αρχικά 1.500 άτομα περίπου (ακριβέστερα, 1536). Σύμφωνα με κάποιες νεότερες εκτιμήσεις, οι τάξεις της φάλαγγας στην πραγματικότητα διέθεταν περίπου 2.000 άνδρες έκαστη (2048 για την ακρίβεια) αν και η σχετική θεωρία - που λαμβάνει υπόψη τους άνδρες που είχαν περάσει νωρίτερα στην Ασία με τον Παρμενίωνα - είναι ακόμη υπό εξέταση.
Οι υπασπιστές ήταν οργανωμένοι σε τρεις χιλιαρχίες και πολεμούσαν στο πλάι της φάλαγγας. Κάποιες μαρτυρίες τους φέρουν να πολεμούν με οπλιτική εξάρτηση (μεγάλη ασπίδα και κοντό δόρυ) κάποιες άλλες τους παρουσιάζουν ως ελαφρούς οπλίτες ("έκδρομους") και κάποιες άλλες τους φέρουν να πολεμούν ακριβώς όπως οι φαλαγγίτες (με σάρισα και μικρή ασπίδα). Τέλος, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις φέρονται να λειτουργούν ως "καταδρομείς". Πιθανόν όλες αυτές οι μαρτυρίες να είναι ακριβείς: οι υπασπιστές ήταν το καθαρά επαγγελματικό τμήμα του στρατού του Αλέξανδρου και ως τέτοιοι είχαν ανώτερου επιπέδου εκπαίδευση και χρησιμοποιούνταν σε διάφορους ρόλους, ανάλογα με τις τακτικές ανάγκες.
Ο Αλέξανδρος διέθετε και μεγάλους αριθμούς οπλιτών, οι οποίοι προέρχονταν από τις πόλεις-κράτη της Νοτίου Ελλάδας. Αν και οι πηγές παραδίδουν διαφορετικούς αριθμούς, υπολογίζονται σε 8.000 κατ' ελάχιστο, ενδεχομένως δε ήταν περίπου 10.000.
Δηλαδή το βαρύ πεζικό του Αλέξανδρου ήταν από 18.000 (αν δεχτούμε τη "χαμηλή" εκτίμηση για τους οπλίτες και το σενάριο των 1536 ανδρών ανά τάξη πεζέταιρων) έως 23.000 (αν δεχτούμε τα υψηλότερα νούμερα των 10.000 οπλιτών και των 6Χ2.048 τάξεων φάλαγγας). Τους βαριούς πεζούς συμπλήρωναν εκτεταμένα τμήματα ελαφρών πεζών. Μεταξύ αυτών υπήρχαν 500 Μακεδόνες τοξότες, ένας αριθμός από Κρήτες τοξότες (μετά την άφιξη ενισχύσεων έφθασαν τους 1.200 αλλά στην αρχή της εκστρατείας ήταν πιθανότατα περί τους 500) οι περίφημοι Αγριάννες ακοντιστές, περί τους 2.000 πελταστές από τη Ν. Ελλάδα και ακόμη 7.000 Θράκες και Ιλλυριοί ελαφροί πεζοί, κυρίως πελταστές.
Συνολικά, το πεζικό αναφέρεται από τις πηγές να είναι από 30.000 έως 43.000. Ο Πλούταρχος αναφέρει και τους δύο αριθμούς (μεταξύ 30 και 43 χιλιάδων) ενώ από τις υπόλοιπες αρχαίες πηγές, ο Αρριανός μιλά για 31.500 περίπου πεζούς, ο Πολύβιος που χρησιμοποιεί τον Καλλισθένη ως πηγή μιλά για 40.000 περίπου πεζούς.
Το βασικότερο σώμα του ιππικού του Αλεξάνδρου ήταν το βαρύ ιππικό των Εταίρων, το πρώτο ιππικό κρούσης της ιστορίας, που πολεμούσε με βαρύ δόρυ και σε σχηματισμό σφήνας. Ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του στην Ασία 1.800 Εταίρους. Το ιππικό των Θεσσαλών, εξίσου μεγάλης μαχητικής αξίας με το μακεδονικό, είχε περίπου τον ίδιο αριθμό ανδρών, ενώ διέθετε και ένα μικρότερο αριθμός βαριών ιππέων από τη Νότιο Ελλάδα. Ακόμη διέθετε 1.500 περίπου ελαφρούς ιππείς, που προερχόταν από τη Μακεδονία, τη Ν. Ελλάδα και τη Θράκη.
Τέλος, το στράτευμα του Αλέξανδρου διέθετε πολυάριθμους μηχανικούς, ειδικούς στην πολιορκητική τέχνη καθώς και ένα τεράστιο πλήθος βοηθητικών και ακολούθων.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ

Η φήμη του Αλεξάνδρου και η κεντρική θέση του στην παγκόσμια ιστορία ανά τους αιώνες, οφείλεται καταρχήν στα επιτεύγματα του ως στρατηγού και στρατηλάτη. Σαφώς και, όπως αναφέραμε παραπάνω, είχε την σπάνια τύχη να κληρονομήσει ένα εξαιρετικό στρατό από τον, επίσης ιδιοφυή, πατέρα του. Ωστόσο ο Αλέξανδρος δε σταμάτησε σε αυτό. Ο στρατός που είχε στη διάθεση του σαφώς και ήταν αρκετός για να ενισχύσει και να επεκτείνει το βασίλειο του και οποιοσδήποτε ικανός στρατηγός θα μπορούσε να το πετύχει αυτό.
Ωστόσο ο Αλέξανδρος δε σταμάτησε εκεί. Με κινητήριο δύναμη μια πρωτοφανή ακόρεστη, φιλοδοξία, ωθώντας στα άκρα τις δυνατότητες - και τις αντοχές - των ανδρών του, κατόρθωσε να πετύχει μία κατάκτηση που ουδείς πριν από αυτόν δεν είχε κατορθώσει ούτε να πλησιάσει και απ' όσους ακολούθησαν μόνο ο Τζένγκις Χαν έφθασε.
Το κύριο όπλο σε αυτήν την μεγαλειώδη Ανάβαση ήταν η ακριβώς αυτή προσωπική φιλοδοξία, ωστόσο όταν δε συνοδεύεται και από εξαίρετες προσωπικές ικανότητες, η φιλοδοξία είναι απλά ο ταχύτερος δρόμος προς τον όλεθρο. Όμως, στο πρόσωπο του Αλέξανδρου η άμετρη φιλοδοξία παντρευόταν με μια σχεδόν υπερφυσική ικανότητα διοίκησης ανδρών στη μάχη και με μία εξίσου εντυπωσιακή τακτική αντίληψη. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος στρατηγός από εκείνους που γεννώνται μία φορά στα 100 χρόνια, ήταν ταυτόχρονα ένας μοναδικός ηγέτης και ένας σπάνιος διαχειριστής και διπλωμάτης.
Αυτή η συνύπαρξη τόσο διαφορετικών ιδιοτήτων σε ένα πρόσωπο, αποδείχτηκε υπερβολικά βαριά, ακόμη και για τον Αλέξανδρο, η ροπή του οποίου στο ποτό και στις κάθε είδους καταχρήσεις, αλλά και το ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του, ήταν εντελώς αταίριαστες με το προφίλ ενός ανθρώπου που ήθελε να δημιουργήσει τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της ιστορίας, κατακτώντας όλη τη γνωστή Οικουμένη.
Ο Βίκτορ Ντέηβινς Χάνσον στο "Σφαγή και Πολιτισμός", δίνει μία συνοπτική εικόνα του Αλεξάνδρου και της φιλοσοφίας του στη μάχη: "Για τον Αλέξανδρο (…) το μέγεθος του αντιπάλου μικρή σημασία είχε, εφόσον αυτός μπορούσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του σε ένα μικρό τμήμα της εχθρικής γραμμής, ενώ βεβαίως οι παλαιοί στρατάρχες του πατέρα του θα απέκρουαν τους αντιπάλους παντού αλλού. Οι εφεδρείες θα βοηθούσαν να μη φτάσει ο εχθρός στα νώτα του. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος θα περίμενε, θα αναζητούσε το άνοιγμα και θα έστελνε σφήνα τους ιππείς και τους βαριά οπλισμένους για να συντρίψουν τον εχθρό, με τη δική του έφοδο να στέλνει κύματα φόβου στις χιλιάδες των λιγότερο πειθαρχημένων αυτοκρατορικών υπηκόων".
Η θεωρία των schwerpunkte, η πεμπτουσία του γερμανικού Blitzkrieg, υλοποιημένη από έναν Έλληνα στρατηγό, 2300 χρόνια πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο; Κατά τα φαινόμενα, ναι.
Ο Αλέξανδρος ως στρατηγός έδρεψε περισσότερες δάφνες από κάθε άλλον στην Ιστορία. Οι μάχες που ακολουθούν δίνουν το μέτρο της ιδιοφυίας του μεγάλου Έλληνα στρατηλάτη.


ΓΡΑΝΙΚΟΣ

Ήταν μοιραία η απόφαση των Περσών αξιωματούχων να αγνοήσουν τη φρόνιμη συμβουλή του Ρόδιου - σε περσική υπηρεσία - Μέμνωνα, που τους σύστηνε να υποχωρήσουν μπροστά στον Αλέξανδρο, ακολουθώντας ταυτόχρονα και μια στρατηγική "καμένης γης". Αντίθετα, έχοντας εμπιστοσύνη στα όπλα τους αποφάσισαν να σταθούν για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον θρασύτατο Έλληνα και τους στρατιώτες του.
Ο Αλέξανδρος βρισκόταν κοντά στην Τροία όταν έμαθε για την ύπαρξη μιας ισχυρής δύναμης των Περσών στα μετόπισθεν του. Δε δίστασε ούτε στιγμή και έσπευσε να αντιμετωπίσει τους Πέρσες στη μάχη που θα του έδινε την κυριότητα της Μικράς Ασίας. .
Οι δύο στρατιές συναντήθηκαν σε αντικρινές όχθες του ποταμού Γρανικού. Το περσικό στράτευμα, ενώ κατά πάσα πιθανότητα ήταν συνολικά περίπου ίσο ή λίγο μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ελληνικό, υπερείχε αποφασιστικά στο ιππικό: η αναλογία ήταν περίπου 2 προς 1, υπέρ της σατραπικής στρατιάς που είχε παραταχθεί στην ανατολική όχθη του Γρανικού.
Στην ανατολική όχθη του Γρανικού οι Πέρσες είχαν παραταχθεί ως εξής: στο αριστερό της παράταξης ο Ρόδιος στρατηγός Μέμνων βρισκόταν επικεφαλής ενός τμήματος ιππικού, τη σύνθεση και το μέγεθος του οποίου δεν γνωρίζουμε. Δίπλα του, ο Αρσαμένης με άλλο ένα τμήμα ιππικού, αγνώστου εθνικότητας, ο Αρσίτης με τους Παφλαγόνες ιππείς του και ο Σπιθριδάτης με τους Υρκανούς του. Ο Ρεομίτρης έκλεινε το δεξί της περσικής παράταξης με 3.000 ιππείς, εκ των οποίων οι 1.000 Μήδες, ενώ 2.000 Βάκτροι ιππείς βρισκόταν δίπλα του. Τη γενική διεύθυνση του κέντρου του περσικού ιππικού είχαν ο Μιθριδάτης και ο Ροϊτάκης, με άγνωστο αριθμό ιππέων, πιθανόν μεταξύ αυτών και ένας αριθμός γηγενών Περσών. Το πεζικό, το οποίο αποτελείτο από άγνωστο αριθμό Ανατολιτών και 5.000 - 7.000 (20.000 σύμφωνα με τον Αρριανό) περίπου Ελληνες μισθοφόρους βρισκόταν υπό την ηγεσία του Ομάρη.
Το ιππικό ήταν παραταγμένο πολύ κοντά στην όχθη (ίσως και λιγότερο από 20 μέτρα), κάτι που προφανώς έγινε για να μπορέσουν οι Πέρσες ιππείς με μία "βροχή" ακοντίων να δημιουργήσουν σοβαρές απώλειες στο ελληνικό στράτευμα και, στη συνέχεια, να επιτεθούν στους αποδιοργανωμένους - όπως περίμεναν - αντιπάλους, ώστε εκμεταλλευόμενοι τις απότομες όχθες του ποταμού να τους κατανικήσουν.
Οι Πέρσες με την παράταξη αυτή ενδεχομένως σκόπευαν απλώς στο να παρασύρουν τον ίδιο τον Αλέξανδρο - για τον οποίο ήταν γνωστό ότι ετίθετο στην κεφαλή της σφήνας των εταίρων - σε μία υπολογισμένη παγίδα, με σκοπό να τον εξοντώσουν και να "κόψουν την κεφαλή" της Μακεδονικής στρατιάς με ένα αποφασιστικό χτύπημα.
Στην απέναντι πλευρά ο Αλέξανδρος, που έμπαινε στη μάχη με κάτι παραπάνω από το μισό της συνολικής δύναμής του αλλά με ολόκληρο το ιππικό του, ήταν αποφασισμένος να δώσει γρήγορα μάχη και να επικρατήσει αποφασιστικά. Παρά τις συμβουλές των στρατηγών του ο Αλέξανδρος σκόπευε να χτυπήσει τον αντίπαλό του άμεσα και δίχως την παραμικρή καθυστέρηση.
Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιτεθεί περνώντας τον ποταμό και διέταξε προς μάχη τους 18.000 περίπου άνδρες που είχε μαζί του. Μεταξύ αυτών ήταν ολόκληρο το ιππικό - μακεδονικό, συμμαχικό, θεσσαλικό και θρακικό - οι έξι τάξεις της φάλαγγας και οι τρεις των υπασπιστών, τα τμήματα δηλαδή που αποτελούσαν το κυρίως σώμα του μακεδονικού στρατεύματος. Πέραν αυτών, ο Αλέξανδρος είχε πάρει μαζί του τους περίφημους Κρήτες τοξότες και τους Αγριάννες ακοντιστές (συνολικά περίπου 1.000).
Η παράταξη του στρατού του Αλεξάνδρου είχε ως εξής: στο κέντρο ο Αλέξανδρος, όπως έκανε στις περισσότερες μάχες στη συνέχεια, παρέταξε τις έξι τάξεις της φάλαγγας, από 1.500 περίπου άνδρες η καθεμία. Από τα αριστερά ήταν τοποθετημένες οι φάλαγγες του Μελέαγρου, του Φιλίππου, του Αμύντα, του Κρατερού, του Κοίνου και του Περδίκκα. Στα δεξιά της φάλαγγας ήταν η παράταξη των υπασπιστών, κατά πάσα πιθανότητα επίσης σε φάλαγγα, συνολικά 3 τάξεις από 1.000 άνδρες έκαστη. Στα δεξιά αυτών είχαν παραταχθεί οι ιππικές δυνάμεις που θα χρησιμοποιούσε ο Αλέξανδρος για να διασπάσει το περσικό ιππικό. Περί τους 600 πρόδρομους υπό τον Αμύντα του Αραβαίου, μία ίλη (200 ιππείς) του επίλεκτου ιππικού των εταίρων υπό τον Σωκράτη, οι υπόλοιποι 1.600 εταίροι υπό τον Φιλώτα (ουσιαστικά υπό τον Αλέξανδρο, που είχε τεθεί στην κεφαλή της σφήνας που σχημάτιζε η βασιλική ίλη) και την παράταξη στο δεξί των Ελλήνων έκλειναν οι Κρήτες τοξότες υπό τον Κλέαρχο και οι Αγριάννες ακοντιστές υπό τον Ατταλο.
Στα αριστερά της φάλαγγας είχαν παραταχθεί οι 150 Οδρύσες Θράκες ιππείς που καθοδηγούσε ο Αγάθων, ενώ δίπλα του οι 600 νοτιοέλληνες ιππείς με τον Φίλιππο του Μενελάου. Το αριστερό άκρο κρατούσε το εξαίρετο ιππικό των Θεσσαλών, με επικεφαλής τον Κάλλα και, σε αυτό το σημείο, επικεφαλής της επίλεκτης φαρσαλικής ίλης, αντίστοιχης της βασιλικής των εταίρων, ήταν ο έμπειρος στρατηγός Παρμενίων.
Οπως συνήθιζαν οι ελληνικοί στρατοί, η στρατιά για διοικητικούς σκοπούς είχε χωριστεί σε δύο "κέρατα": το δεξί (τρεις τάξεις της φάλαγγας: οι υπασπιστές, οι εταίροι, οι πρόδρομοι, οι Παίονες, οι Κρήτες και οι Αγριάννες), που διοικείτο από τον Αλέξανδρο, και το αριστερό (οι άλλες τρεις τάξεις της φάλαγγας: οι Θεσσαλοί, οι νότιοι Έλληνες και οι Θράκες), που διοικούσε ο Παρμενίων.
Ο Αλέξανδρος δεν έχασε χρόνο και έταξε τη βασιλική ίλη των εταίρων επικεφαλής στο δεξί πλευρό των δυνάμεών του. Οι Πέρσες αντέδρασαν, μετακινώντας δυνάμεις στο σημείο απέναντι από το Μακεδόνα στρατηλάτη, καθώς ήταν αποφασισμένοι να εξοντώσουν το μεγάλο αντίπαλό τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να ανοίξει την άμυνα των Περσών με το τμήμα του ιππικού των Προδρόμων, τους Παίονες και την ίλη των εταίρων του Σωκράτη. Τους έστειλε με μία από τις τάξεις των υπασπιστών να προσβάλλουν το αριστερό άκρο της περσικής παράταξης με μία λοξή κίνηση.
Με αυτή τη μανούβρα ο Μακεδόνας στρατηλάτης επεδίωξε αφενός να απασχολήσει το αριστερό άκρο των Περσών, ώστε να έλθει σε βοήθεια του κέντρου όταν το χτυπήσει, αφετέρου να δημιουργήσει ένα ρήγμα στο σημείο της ένωσης των ιππέων του Μέμνωνα και του Αρσαμένη με το κέντρο της Περσικής παράταξης.
Οι ίλες υπό το Σωκράτη και τον Αντύπα ξεχύθηκαν στον ποταμό με τους υπασπιστές να τους ακολουθούν. Ενώ πλησίαζαν στην αντίπερα όχθη, τους υποδέχθηκε μία βροχή από ακόντια. Οι Έλληνες, ειδικά οι ιππείς, υπέστησαν σημαντικές απώλειες ενώ προσπαθούσαν να ανέβουν στην όχθη.
Η παραπλανητική αυτή επίθεση πέτυχε το στόχο της: "τράβηξε" το αριστερό των Περσών, όπου βρίσκονταν τα πλέον αξιόπιστα τμήματά τους, ώστε να βρεθεί ουσιαστικά εκτός παράταξης και να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό στη γραμμή των σατραπικών στρατευμάτων. Σε αυτό το κενό θα κρινόταν η μάχη και εκεί όρμισε ο Αλέξανδρος και οι επτά ίλες των εταίρων, για να διασπάσουν την περσική άμυνα.
Παράλληλα είχε είχε δώσει εντολή στους ελαφρούς πεζούς - τοξότες και ακοντιστές - να ακολουθούν κατά πόδας τους Εταίρους και να τους υποστηρίξουν με βλήματα. Τα βέλη των Κρητών και τα ακόντια των Αγριάννων προκαλούσαν σποραδικές απώλειες μεταξύ των Περσών που αποτολμούσαν να προσεγγίσουν και φόβιζαν τους υπόλοιπους. Σε μια μάχη που ο Αρριανός χαρακτηρίζει "έφιππη πεζομαχία", στις λασπωμένες όχθες του Γρανικού, ο Αλέξανδρος αντίκρισε κατάματα το πρόσωπο του θανάτου, αφού γρήγορα προσέλκυσε την προσοχή - και τις καλύτερες μονάδες - των Περσών διοικητών. Τη ζωή του έσωσε ο Κλείτος "ο μαύρος".
Την ώρα που ο Αλέξανδρος και οι εταίροι άνοιγαν δρόμο μέσα από τις περσικές ίλες, το υπόλοιπο δεξί κέρας της Μακεδονικής παράταξης, φάλαγγα και υπασπιστές, περνούσε τον ποταμό και εμπλεκόταν με τους Πέρσες ιππείς, που πλέον είχαν αποδιοργανωθεί και βρισκόταν αντιμέτωποι με το φάσμα της ήττας.
Αργά και σταθερά οι Πεζέταιροι πίεζαν τους Πέρσες ιππείς, ενώ το περσικό πεζικό, που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Ελληνες κατά μέτωπο - αποτελείτο κυρίως από Ελληνες μισθοφόρους οπλίτες - βρισκόταν μακριά πίσω από τους ιππείς. Ταυτόχρονα και το αριστερό κέρας υπό τον Παρμενίωνα πέρασε το ποτάμι και οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή. Εκτός από τους πεζούς και ιδιαίτερα τους Έλληνες μισθοφόρους, τους οποίος ο Αλέξανδρος περικύκλωσε και αποδεκάτισε
Από τα λάφυρα του Γρανικού, ο Αλέξανδρος πρόσφερε 300 πανοπλίες Περσών στον Παρθενώνα ως ανάθημα και ενθύμιο από τη μεγάλη νίκη των Ελλήνων. Με τον τρόπο αυτό υπενθύμιζε στους όχι ιδιαίτερα ενθουσιώδεις νότιους συμμάχους του ότι αυτό που τον είχε φέρει εξαρχής στη Μ. Ασία ήταν ένας κοινός πανελλήνιος σκοπός, η εκδίκηση για τα δεινά που είχαν προκαλέσει στους Ελληνες οι Πέρσες, όπως γινόταν σαφές από την επιγραφή που συνόδευε την προσφορά του: "από Αλέξανδρο Φιλίππου και τους Ελληνες πλην Λακεδαιμονίων".


ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ, ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΣΟΥ

Ο Αλέξανδρος μετά το Γρανικό είχε την ευχέρεια να προχωρήσει στην κατάληψη ολόκληρης της Μ.Ασίας, καθώς αφενός δεν υπήρχαν άλλες περσικές δυνάμεις διαθέσιμες στην περιοχή και αφετέρου είχαν σκοτωθεί σχεδόν όλοι οι σατράπες της Μ.Ασίας. Το μόνο προβλημα για τον Αλέξανδρο ήταν κάποιες τειχισμένες πόλεις που διέθεταν ισχυρή περσική φρουρά και σε αυτές έστρεψε την προσοχή του, καταλαμβάνοντας τη μία μετά την άλλη. Ιδιαίτερα στις ελληνικές πόλεις παρουσιαζόταν ως απελευθερωτής από τον περσικό ζυγό, κερδίζοντας την υποστήριξη των ντόπιων. Με τον τρόπο αυτό στέρησε γρήγορα τον επίφοβο περσικο στόλο, που θα μπορούσε να εκτελεί κατά βούληση επιχειρήσεις στα μετόπισθεν του Αλέξανδρου και στην ίδια την Ελλάδα, από τα αγκυροβόλια του στο Αιγαίο.
Σύντομα είχε καταφέρει να ελέγξει την περιοχή, τοποθετώντας μακεδονικές φρουρές και δικούς του διοικητές και προχώρησε πέρα από τις πύλες της Κιλικίας, προς την Ταρσό. Ενώ βρισκόταν στην Ταρσό πληροφορήθηκε ότι ο Δαρείος ετοιμαζόταν να τον αντιμετωπίσει με μία μεγάλη στρατιά - ο Δαρείος είχε ξεκινήσει τη στρατολόγηση μόλις έμαθε ότι ο Αλέξανδρος είχε περάσει στην Ασία και τώρα η στρατιά του ήταν έτοιμη.
Ο Αλέξανδρος κινήθηκε προς την Ισσό, σκοπεύοντας να ενωθεί με τις δυνάμεις που είχε στείλει με τον Παρμενίωνα για να καταλάβουν τα περάσματα προς τη Συρία, αλλά την ίδια ώρα ο Δαρείος με το δικό του στρατό κινήθηκε από βορειότερα περάσματα και βρέθηκε στα νώτα των δυνάμεων του Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε προχωρήσει νοτιότερα. Ο Δαρείος κινήθηκε για να συναντήσει τον Αλεξανδρο, ωστόσο ενώ είχε στρατοπεδεύσει στον ποταμό Πίναρο, ενημερώθηκε από τους ανιχνευτές του ότι ο ορμητικός Μακεδόνας πλησίαζε από Νότο.
Ο Δαρείος δεν προσπάθησε να βρει ένα πεδίο μάχης που θα του επέτρεπε να αναπτύξει πλήρως το ογκώδες στράτευμα που είχε μαζέψει, αλλά παρέμεινε στην στενή πεδιάδα (περίπου 4 χιλιόμετρα από τις υπώρειες των βουνών έως την ακτογραμμή) της Ισσού.
Ο στρατός του Δαρείου ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερος αυτού των Ελλήνων και αν κατόρθωνε να τον αναπτύξει πλήρως σε μία πεδιάδα με επαρκές πλάτος, θα είχε αποκτήσει ένα αποφασιστικό τακτικό πλεονέκτημα, αφού τα άκρα του θα υπερκέραζαν τα άκρα της παράταξης του Αλεξάνδρου. Όμως την πεδιάδα της Ισσού το σύνολο του περσικού στρατεύματος δεν μπορούσε να αναπτυχθεί ικανοποιητικά και ο Δαρείος αναγκάστηκε να δημιουργήσει μια βαθιά παράταξη, ενώ απέσπασε τους Κάρδακες (ανατολίτες με οπλιτική εξάρτηση) και τους τοποθέτησε στις υπώρειες των λόφων για να απειλήσουν το δεξί πλευρό της στρατιάς των Ελλήνων.
Ο Δαρείος τοποθέτησε στο δικό του δεξί πλευρό το σύνολο σχεδόν του βαρέως ιππικού του, ενώ οι καλύτεροι στρατιώτες του, οι Έλληνες μισθοφόροι οπλίτες, τοποθετήθηκαν στο κέντρο της παράταξης, όπου βρισκόταν και ο ίδιος ο Δαρείος.
Στην μακεδονική πλευρά, η παράταξη ήταν η συνήθης, με την φάλαγγα των σαρισσοφόρων, τους υπασπιστές και τους οπλίτες στο κέντρο και το ιππικό στις πτέρυγες - στην δεξιά οι Εταίροι και στην αριστερή οι Θεσσαλοί και οι υπόλοιποι σύμμαχοι.
Αυτή τη φορά το εναρκτήριο χτύπημα δε δόθηκε από το ιππικό, αλλά από τους υπασπιστές, οι οποίοι με τον Αλέξανδρο επικεφαλής - πεζή - χτύπησαν και διασκόρπισαν τους Κάρδακες. Ο Αλέξανδρος είχε επίσης συγκεντρώσει μεγαλύτερη δύναμη ιππικού στο αριστερό του πλευρό, που θα αντιμετώπιζε το περσικό δεξί όπου βρισκόταν περίπου 10.000 εκλεκτοί ιππείς της αυτοκρατορίας.
Πραγματικά, η έφοδος του περσικού ιππικού κλόνισε το αριστερό κέρας του ελληνικού στρατού. Ο Αλέξανδρος συνέχιζε με την εφαρμογή του αρχικού σχεδίου του, που ήταν να δημιουργήσει ένα ρήγμα στην περσική παράταξη και με μία αποφασιστική έφοδο των Εταίρων να κερδίσει τη μάχη. Ωστόσο πάνω στην μάχη, το ρήγμα δημιουργήθηκε στην δική του παράταξη, όταν το δεξί κέρας "έστρεψε" για να ακολουθήσει την έφοδο του ιππικού, ενώ το αριστερό είχε καθηλωθεί από τις ισχυρές περσικές δυνάμεις που είχε απέναντι του.
Στο ρήγμα αυτό ξεχύθηκαν οι Έλληνες μισθοφόροι του Δαρείου, απειλώντας να διαλύσουν τη συνοχή του στρατεύματος του Αλέξανδρου. Ήταν μια κρίσιμη στιγμή, στην οποία ο Αλεξανδρος χρειάστηκε να σκεφτεί ταχύτατα και να δράσει με μεγάλη τακτική ευφυία. Αρχικά, απέστειλε σώματα ελαφρών πεζών στο δοκιμαζόμενο αριστερό κέρας, ώστε να βοηθήσουν τους ιππείς του που πολεμήσουν σε αναλογία 1 προς 4 με τους Πέρσες και αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα.
Αναθαρρυμένοι οι Έλληνες αρχίζουν να πιέζουν τους Πέρσες και ο Αλέξανδρος με μία ορμητική έφοδο των Εταίρων φθάνει κοντά στον ίδιο τον Δαρείο, που με τους περισσότερους Έλληνες μισθοφόρους να προσπαθούν να διευρύνουν το ρήγμα στην αντίπαλη παράταξη, έχει μείνει μόνο με τους δικούς του σωματοφύλακες και τις βασιλικές δυνάμεις. Μια τρομερή μάχη ξεσπά γύρω από τον Πέρση βασιλιά και ο Αλέξανδρος πληγώνεται στο μηρό του, όμως οι Μακεδόνες αρχίζουν να υπερισχύουν και ο Δαρείος αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη μάχη για να σώσει τη ζωή του. Με την φυγή του παρέσυρε και πολλούς Πέρσες, με αποτέλεσμα σιγά, σιγά το περσικό κέντρο να αρχίσει να χάνει τη συνοχή του. Τα δύο άκρα της περσικής παράταξης όμως κατέρρευσαν πρώτα, αφού τα νέα για την αποχώρηση του ηγεμόνα τους διαδόθηκαν μεταξύ των ανδρών. Το κέντρο διαλύθηκε με μία ορμητική έφοδο στα νώτα των Περσών από τους Εταίρους. Ο Αλέξανδρος είχε κερδίσει και τον ίδιο τον Βασιλέα των Βασιλέων στη μάχη
Η νίκη στην Ισσό έδωσε στον Αλέξανδρο την ευκαιρία να εφαρμόσει την στρατηγική της αποκοπής του περσικού στόλου από τις βάσεις του στην ανατολική Μεσόγειο. Είχε κατακτήσει όλη την Μικρά Ασία και είχε στερήσει τους Πέρσες από τα αγκυροβόλια τους στο Αιγαίο και τώρα σκόπευε να κάνει το ίδιο και στην Παλαιστίνη. Η κατάκτηση της περιοχής χρειάστηκε αρκετό καιρό, κυρίως εξαιτίας της λυσσαλέας αντίστασης που προέβαλλαν οι Τύριοι, στους οποίους ο Αλέξανδρος επεφύλαξε μια φρικτή μοίρα: εκτέλεσε ένα μεγάλο αριθμό ενήλικων αρρένων και όσους απέμειναν μαζί με τα γυναικοπαιδα, τους εξανδραπόδισε. Εξίσου φριχτή μοίρα αντιμετώπισε και η Γάζα, που επίσης αντιστάθηκε, με αποτέλεσμα από εκεί και πέρα όλοι οι οικισμοί να παραδοθούν στον Μακεδόνα στρατηλάτη δίχως να αντισταθούν.
Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος μετέβη στην Αίγυπτο όπου έγινε δεκτός ως ελευθερωτής, στέφθηκε Φαραώ, προέβαλλε για πρώτη φορά την Θεϊκότητα του και θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια.

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ

Ο Αλέξανδρος είχε περάσει ένα αρκετά ευχάριστο διάλειμμα στην Αίγυπτο, όπου όχι μόνο χαιρετίστηκε από τους ντόπιους ως απελευθερωτής, αλλά επιβεβαίωσε και την "θεϊκή" του φύση.
Γεμάτος σιγουριά, αποφάσισε να βαδίσει προς την καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας, έχοντας ενημερωθεί ότι αφενός ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει ένα νέο στράτευμα και αφετέρου οι Σαμαρείτες είχαν επαναστατήσει και έκαψαν ζωντανό τον Μακεδόνα τοποτηρητή της Σαμάρειας.
Οι Σαμαρείτες δεν επέμειναν στην εξέγερση τους, μαθαίνοντας ότι ο στρατός του Αλεξάνδρου πλησιάζει. Αντίθετα, του παρέδωσαν τους πρωταίτιους της εξέγερσης και δήλωσαν υποταγή.
Όμως ο Δαρείος ετοιμαζόταν για την τελική μάχη που θα έκρινε την τύχη της αυτοκρατορίας του. Ο Αλέξανδρος δεν βιαζόταν να τον συναντήσει, άλλωστε περίμενε σημαντικές ενισχύσεις (περίπου 15.000 άνδρες) από την Ελλάδα, οι οποίες είχαν καθυστερήσει να φθάσουν, προφανώς εξαιτίας της εξέγερσης του Άγι της Σπάρτης, που προσπαθούσε να αποσπάσει τον έλεγχο της Νότιας Ελλάδας από τους Μακεδόνες.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Αλέξανδρος αντί να κινηθεί βορειοανατολικά, σταμάτησε στην Τύρο, την οποία είχαν εποικίσει Έλληνες και Φοίνικες και οργάνωσε λαμπρούς αθλητικούς και θεατρικούς αγώνες. Ίσως περίμενε από τον Δαρείο να κάνει την πρώτη κίνηση, ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση ο Αχαιμενίδης μονάρχης φάνηκε φρόνιμος και συνετός και δεν παρασύρθηκε να επιτεθεί στον Αλέξανδρο.
Αφού περίμενε μάταια τις ενισχύσεις, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να κινηθεί ανατολικά και να περάσει τον Ευφράτη. Εκεί συνάντησαν ένα περσικό στράτευμα υπό τον Μαζαίο. Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να συγκρουστεί με έναν στρατό που δεν θα είχε επικεφαλής τον Δαρείο, οπότε προσπάθησε να περάσει τον Ευφράτη από ένα άλλο σημείο, όπου δεν θα είχε την απειλή των Περσών. Ο Μαζαίος αναχώρησε μαζί με το στράτευμα του, όμως οι Μακεδόνες που σκόπευαν να κινηθούν μέσω Ευφράτη προς τη Βαβυλώνα, κατάλαβαν ότι ο δρόμος αυτός δεν ήταν πλέον ασφαλής, οπότε κινήθηκε βορειοανατολικά, κατευθυνόμενοι πλέον προς τον Τίγρη. Όντως, ο Δαρείος με το στρατό του βρισκόταν στη Βαβυλώνα και στο άκουσμα της είδησης ξεκίνησε για να συναντήσει τον Αλέξανδρο.
Ο Δαρείος βρήκε ένα σημείο το οποίο θεωρούσε κατάλληλο για την ανάπτυξη του στρατού του κοντά στα Άρβηλα. Επρόκειτο για μια μεγάλη πεδιάδα, η οποία είχε αρκετό πλάτος ώστε να εκμεταλλευτεί το σύνολο του τεράστιου στρατού που είχε συγκεντρώσει (τουλάχιστον 250.000 σύμφωνα με τους πλέον μετριοπαθείς υπολογισμούς) και να υπερφαλλαγγίσει τις δυνάμεις του Αλέξανδρου. Ο Δαρείος προχώρησε και σε μία ακόμη σειρά κινήσεων, ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για τη νίκη του: προχώρησε στην διαμόρφωση του εδάφους, ώστε να το καταστήσει κατάλληλο για την ορμητική επέλαση των τρομερών δρεπανηφόρων αρμάτων που διέθετε σε μεγάλους αριθμούς και για το πολυπληθές ιππικό του. Επίσης, έστρωσε εμπόδια (πασσάλους κ.α.) στα σημεία απ' όπου έκρινε ότι θα μπορούσε να τον υπερφαλλαγγίσει ενδεχομένως το μακεδονικό και θεσσαλικό ιππικό, ενώ διαμόρφωσε το έδαφος κατά τέτοιον τρόπο ώστε να "πείσει" τον Αλέξανδρο να επιτεθεί μέσω ενός συγκεκριμένου "διάδρομου".
Τέλος, έλαβε πρόνοια για να βεβαιωθεί ότι ο Αλέξανδρος θα έλθει να τον συναντήσει στο σημείο που είχε επιλέξει. Οι δυνάμεις του Μαζαίου είχαν εφαρμόσει την τακτική της καμμένης γης και είχαν κυριολεκτικά ερημώσει την περιοχή απ' όπου θα περνούσε ο στρατός των Ελλήνων. Ο Αλέξανδρος ακολούθησε την "επιθυμία" του αντιπάλου του και πέρασε με το στρατό του τον ελαφρά φρουρούμενο Τίγρη, μπαίνοντας στην Ασσυρία όπου τον περίμεναν οι περσικές στρατιές.
Όμως ο Αλέξανδρος ήταν ο αγαπημένος των Θεών. Η Σελήνη "διάλεξε" τη νύχτα της 20ης Σεπεμβρίου 331 π.Χ., καθώς οι Πέρσες είχαν πληροφορεί ότι οι "Γιαούνα" (Έλληνες) πλησίαζαν, για να… εξαφανιστεί! Επρόκειτο για μία έκλειψη της Σελήνης, που κατατρομοκράτησε τους Πέρσες. Όχι μόνο επειδή γενικά οι εκλείψεις θεωρούνται προάγγελοι κακού, αλλά και επειδή η Σελήνη ήταν το σύμβολο της περσικής ισχύος. Ένας ισχυρός δυτικός άνεμος που φύσηξε την ώρα που η έκλειψη εξελισσόταν, ολοκλήρωσε την ζοφερή εικόνα: οι μάντεις προέβλεψαν ότι μια μεγάλη καταστροφή θα έπεφτε στην αυτοκρατορία, μια καταστροφή που θα ερχόταν από τη Δύση. Η περιγραφή αυτών των γεγονότων δεν υπάρχει στις ελληνικές πηγές, αλλά στα αστρονομικά ημερολόγια της Βαβυλώνας, τα οποία είναι η μοναδική πηγή της εποχής που δεν προέρχεται από την Ελλάδα αλλά από τους "ανατολίτες".
Παρότι ο Δαρείος είχε κάνει ότι μπορούσε και παρότι ο Αλέξανδρος ουσιαστικά βάδιζε σε μία παγίδα, το ηθικό στο στρατόπεδο των Περσών βρισκόταν μετά και τα "θεϊκά σημάδια", στο ναδίρ. Οι Πέρσες ήταν πεπεισμένοι ότι οι Θεοί αγαπούσαν τους Έλληνες και θα τους βοηθούσαν να καταλύσουν την περσική ισχύ. Ο Δαρείος προσπάθησε να διασώσει ότι μπορούσε με μία τελευταία απεγνωσμένη κίνηση. Έστειλε αντιπροσωπεία στον Αλέξανδρο και του προσέφερε ειρήνη, με αντάλλαγμα όλη την επικράτεια δυτικά του Ευφράτη και το χέρι της μίας από τις κόρες του.
Ο Αλέξανδρος δεν θα ικανοποιούνταν με "μισή νίκη". Όχι όταν βρισκόταν τόσο κοντά σε αυτό που ήταν εξαρχής ο στόχος του: την πλήρη κατάλυση της περσικής αυτοκρατορίας. Αρνήθηκε τις προτάσεις του Δαρείου και ετοιμάστηκε για μάχη.
Την 30η Δεκεμβρίου ο Αλέξανδρος παρέταξε τις δυνάμεις του απέναντι στην περσική στρατιά. Η παράταξη φαινομενικά δεν ήταν διαφορετική απ' ότι στις προηγούμενες αναμετρήσεις με τους Πέρσες. Ο στρατός είχε χωριστεί σε δύο "κέρατα", το δεξί με επικεφαλής τον Αλέξανδρο και το αριστερό με τον Παρμενίωνα. Στο κέντρο ήταν παραταγμένη η φάλαγγα των σαρισοφόρων και στις πτέρυγες οι ελαφροί πεζοί και το ιππικό. Η καινοτομία του Αλέξανδρου ήταν ότι εδώ παρέταξε πιθανότατα μία "διπλή" φάλαγγα, με τους οπλίτες και πελταστές στη δεύτερη γραμμή, ώστε να επέμβουν εφόσον οι Πέρσες - το μέτωπο των οποίων ήταν τουλάχιστον διπλάσιο αυτού των Ελλήνων - προσπαθούσαν να υπερφαλαγγίσουν την ελληνική παράταξη.
Στην περσική πλευρά, στο κέντρο με τον Δαρείο ήταν παραταγμένοι οι μηλοφόροι, οι Ινδοί, οι Κάρες και οι Μαρδιανοί, ενώ εκατέρωθεν του κέντρου βρισκόταν οι Έλληνες μισθοφόροι οπλίτες. Στο αριστερό πλευρό, ένα μεγάλο τμήμα ιππικού με Σάκες και Βάκτριους καθώς και 100 δρεπανηφόρα άρματα, θα αντιμετώπιζαν τον Αλέξανδρο και τους Εταίρους, ενώ στο δεξί βρισκόταν οι Αρμένοι και Καππαδόκες ιππείς με 50 ακόμη άρματα, ενώ 50 άρματα βρισκόταν κοντά στο κέντρο. Σε μια δεύτερη γραμμή είχαν παραταχθεί οι λιγότερο "αξιόπιστοι" υποτελείς και σύμμαχοι των Περσών.
Ο Δαρείος μέχρι τώρα έδειχνε ότι ήταν αποφασισμένος να μην επαναλάβει τα σφάλματα που του κόστισαν μια παταγώδη ήττα στην Ισσό. Είχε επιλέξει το κατάλληλο πεδίο μάχης, το είχε προετοιμάσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είχε παρατάξει ορθολογικά τις δυνάμεις του. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τυχόν αιφνιδιασμό από τους Έλληνες με το ξημέρωμα ή και κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπέπεσε όμως σε ένα μεγαλύτερο σφάλμα, που σφράγισε τη μοίρα του: κράτησε ξάγρυπνους τους άνδρες του όλη τη νύχτα, έτοιμος να δεχτούν επίθεση. Αντίθετα, στην πλευρά των Ελλήνων, όλοι οι άνδρες εκτός από εκείνους που ήταν φρουροί, απόλαυσαν έναν χορταστικό ύπνο, στη ζέστη που προσέφεραν οι πολυάριθμες φωτιές που είχαν ανάψει στο στρατόπεδο.
Το πρωί οι Έλληνες παρατάχθηκαν φρέσκοι και ξεκούραστοι, ενώ οι Πέρσες είχαν ήδη εξουθενωθεί από την ξαγρύπνια. Η εξασθένιση ήλθε να προστεθεί στην αναταραχή που είχαν προκαλέσει τις προηγούμενες ημέρες οι κακοί οιωνοί και η μάχη ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις - τηρουμένων των αναλογιών - για τον Αλέξανδρο.
Στην πλευρά των Ελλήνων, παρατάχθηκαν 40.000 πεζοί και 7.000 ιππείς. Στην πλευρά των Περσών, οι συγγραφείς παραδίδουν διαφορετικούς αριθμούς. Ο Αρριανός μιλά για 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς, ο Διόδωρος για 200.000 ιππείς και 800.000 πεζούς, ο Πλούταρχος αναφέρει επίσης 1.000.000 άνδρες συνολικά δίχως να αναφέρει την αναλογία πεζικού-ιππικού, ενώ ο Κούρτιος Ρούφος αναφέρει ένα πιο μετριοπαθές νούμερο (200.000 πεζούς και 45.000 ιππείς) αλλά ίσως η αλήθεια βρίσκεται μεταξύ των "μεγάλων" υπολογισμών και του "μικρού" . Η λογική μας λέει ότι οι λιγότεροι από 50.000 Έλληνες, αντιμετώπισαν ίσως και δεκαπλάσιους αντιπάλους στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου του 331 π.Χ.
Η ακριβής τοποθεσία της μάχης δεν έχει βρεθεί, αν και υπολογίζεται ότι είναι σε μία πεδιάδα ανατολικά της Μοσούλης Ήταν μία αμμώδης πεδιάδα και οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές δεν είχαν πέσει ακόμη. Η κίνηση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων σε αυτήν την πεδιάδα, σίγουρα θα σήκωνε τεράστια σύννεφα σκόνης, που δεν θα επέτρεπαν σε κανένα παρατηρητή να δει τι ακριβώς συνέβαινε.
Ο Αλέξανδρος διαπιστώνοντας ότι οι Πέρσες είχαν σχηματίσει μέτωπο περίπου ένα χιλιόμετρο ευρύτερο από του δικού του στρατού, εφάρμοσε έναν εκπληκτικό τακτικό ελιγμό, ο οποίος αποτελεί μία από τις πιο περίπλοκες και άρτια εκτελεσμένες μανούβρες επί του πεδίου της μάχης όλων των εποχών.
Στόχος του σχεδίου ήταν να παρασυρθεί το ιππικό των Περσών στα άκρα της παράταξης και να μείνει εκτεθειμένο στο κέντρο το σημείο όπου βρισκόταν ο ίδιος ο Δαρείος. Γνωρίζοντας τη δομή του στρατού των Περσών, ο Αλέξανδρος γνώριζε ότι αν σκότωνε, αιχμαλώτιζε ή έτρεπε σε φυγή τον Δαρείο, είχε κερδίσει τη μάχη αφού οι άνδρες του θα σταματούσαν άμεσα να μάχονται. Για το σκοπό αυτό, ξεκίνησε μία λοξή κίνηση με τις δυνάμεις του προς τα δεξιά, απομακρύνοντας τις από το προετοιμασμένο έδαφος μπροστά στην περσική παράταξη, αναγκάζοντας έτσι το Δαρείο να ξεκινήσει την επίθεση. Το σχέδιο προέβλεπε ότι το ιππικό των πτερύγων θα καθηλωνόταν από τις δυνάμεις που βρισκόταν απέναντι του, ενώ η δεύτερη γραμμή της ("αμφίστομης") φάλαγγας θα φρόντιζε να μην μπορεί να υπερκεράσει τις γραμμές των Ελλήνων.
Το σχέδιο λειτούργησε σχεδόν ιδανικά. Τα επίφοβα δρεπανηφόρα άρματα εξουδετερώθηκαν με την έξυπνη τακτική των Μακεδόνων. Οι Πέρσες άρχισαν να επιτίθενται στα σημεία ακριβώς που τους παρέσυρε η λοξή κίνηση των Ελλήνων και σύντομα ένα άνοιγμα δημιουργήθηκε στην περσική παράταξη. Στην κατάλληλη στιγμή, ο Αλέξανδρος μάζεψε τους εταίρους και τους οδήγησε σε μία γιγάντια σφήνα στην καρδιά της περσικής παράταξης, διασπώντας με την τρομερή ορμή της εφόδου τους το περσικό κέντρο. Ο Δαρείος άρχισε να υποχωρεί, βλέποντας μάλιστα τον Βήσσο στο αριστερό του να αρχίζει να οπισθοχωρεί, αφού φοβόταν ότι θα έμενε εκτεθειμένος μετά την κατάρρευση του κέντρου.
Ο στρατός του Δαρείου είχε ήδη αρχίσει να διαλύεται, όταν ο ίδιος ο Πέρσης μονάρχης αναχώρησε, αφήνοντας τις τελευταίες δυνάμεις του να αντιμετωπίσουν την οργή των Ελλήνων. Οι Πέρσες κυριολεκτικά συνετρίβησαν στο πεδίο της μάχης και άφησαν δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και πλούσια λάφυρα.

ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Αυτό που ακολούθησε την μάχη των Γαυγαμήλων ήταν η παγίωση της κυριαρχίας του Αλέξανδρου στην κυρίως περσική αυτοκρατορία - όπου πλέον προβλήθηκε ως ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος των Αχαιμενιδών, ιδιαίτερα αφού ο Βήσσος θανάτωσε το Δαρείο - αλλά και την επέκταση της στις ανατολικές επαρχίες και σε περιοχές εκτός της αυτοκρατορίας.
Ο Αλέξανδρος πλέον είχε θέσει νέους στόχους. Τώρα ήθελε να κατακτήσει ολόκληρη την Ανατολή, όλη την Ασία. Να φθάσει στην χώρα των Σήρων ((Κινέζοι) και στην άκρη του ωκεανού!
Δυστυχώς για αυτόν οι άνδρες του δεν συμμερίζονταν τα οράματα μεγαλείου του ηγέτη τους. Ήδη πριν αρχίσει η τελευταία φάση της εκστρατείας οι άνδρες ήταν εξουθενωμένοι. Τώρα πλέον άρχισαν να εκφράζουν ανοιχτά τη δυσφορία τους, όσο προχωρούσαν προς ανατολάς.
Κυνηγώντας το Βήσσο, ο Αλέξανδρος έφθασε στην Υρκανία, όπου μετά από πολλές επιχειρήσεις κατόρθωσε να επιβάλλει την κυριαρχία του. Από την Ζαδρακάρτα ο Αλέξανδρος βάδισε στην Παρθία και στη συνέχεια στην Αρεία. Διατήρησε τον ντόπιο σατραπη Σατιρβαρζάνη στη θέση του αφού δήλωσε υποταγή και προχώρησε προς ανατολάς και συγκεκριμένα στη Βακτρία, όπου πληροφορήθηκε ότι είχε καταφύγει ο φονιάς του Δαρείου, Βήσσος.
Αν και χρειάστηκε να επιστρέψει στην Αρεία για να καταστείλει μία εξέγερση του Σατιρβαρζάνη, ο Αλέξανδρος βάδισε στη Βακτρία. Το χειμώνα του 330 π.Χ. έφθασε στον Ινδικό Καύκασο, έχοντας ενημερωθεί ότι ο Βήσσος είχε ήδη περάσει στην Σογδιανή. Ο Αλέξανδρος συνέχισε να ακολουθεί επίμονα το μόνο άνθρωπο που αμφισβητούσε επί της ουσίας την κυριαρχία του στην αχανή αυτοκρατορία, καθώς ο Βήσσος είχε ήδη ενδυθεί τα αυτοκρατορικά ενδύματα και είχε μετονομαστεί σε Αρταξέρξη. Ο Βήσσος συνελήφθη από ένα απόσπασμα υπό τον Πτολεμαίο το Λάγου και εκτελέσθηκε με φρικτό τρόπο από τον Αλέξανδρο, ο οποίος συνέχισε την κατάκτηση, υποτάσσοντας και τη Σογδιανή. Στα απώτερα βορειοανατολικά σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας ίδρυσε την Αλεξάνδρεια Εσχάτη
Η επιβεβαίωση και παγίωση της κυριαρχίας του Αλέξανδρου στις αχανείς εκτάσεις της ανατολής, χρειάστηκε αρκετό χρόνο. Όταν όλες οι φυλές υποτάχθηκαν, ο Αλέξανδρος άρχισε να σκέφτεται την συνέχεια της εκστρατείας του. Δεν του έφθανε η επικράτεια των Περσών, ήθελε να φθάσει στις εσχατιές της Ασίας.
Την Άνοιξη του 326 π.Χ. πέρασε τον Ινδό. Ο πρώτος σταθμός της νέας εκστρατείας του ήταν η Τάξιλα και στη συνέχεια κινήθηκε προς τον Υδάσπη, όπου τον περίμενε ο ντόπιος ηγεμόνας Πώρος με ισχυρό στρατό, στον οποίο δέσποζαν 200 πολεμικοί ελέφαντες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου αντίκρυζαν ελέφαντες, αφού λίγους είχε μαζί του και ο Δαρείος στα Γαυγάμηλα (όπου όμως δεν αναφέρονται στις διηγήσεις της μάχης).
Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να επικρατήσει του Πώρου σε μία ιδιαίτερα αιματηρή μάχη, που επί της ουσίας εξήντλησε τις αντοχές των ανδρών του, οι οποίοι έβλεπαν με τρόμο τη συνέχιση της 10ετούς εκστρατείας στις αφιλόξενες και υγρές ζούγκλες της ινδικής χερσονήσου. Οι άνδρες αρνήθηκαν σθεναρά να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφαση ποταμό και ο Αλέξανδρος, απρόθυμα και με πραγματικό πόνο ψυχής, αποφάσισε να συναινέσει. Επεφύλασσε όμως μια ιδιαίτερα δυσάρεστη έκπληξη σε ένα μεγάλο μέρος του στρατεύματος του, αφού επέλεξε για την επιστροφή τρεις διαδρομές. Η μία ήταν η "φυσιολογική" χερσαία οδός, μέσω των ορεινών περασμάτων της Αραχωσίας, την οποία πήραν ο Κρατερός με ένα μέρος του στρατεύματος. Η δεύτερη ήταν η θαλάσσια, την οποία πήρε ο Νέαρχος με τον στόλο και μέρος του στρατεύματος. Η τρίτη έμοιαζε με επιλογή αυτοκτονίας, αφού ήταν η έρημος της Γεδρωσίας, την οποία διέσχισαν οι υπόλοιποι άνδρες με επικεφαλής τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Μετά από ανείπωτες ταλαιπωρίες και αφού το στράτευμα κυριολεκτικά αποδεκατίστηκε σε αυτήν την τρομερή τελευταία πορεία, ο Αλέξανδρος έφθασε στα Πούρα, συναντώντας εκεί τον Κρατερό που είχε ήδη φθάσει με το δικό του στράτευμα.
Η τελευταία, ουσιαστικά, στρατιωτική περιπέτεια του Αλεξάνδρου είχε τελειώσει.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΒΑΣΙΛΕΩΝ

Ο Αλέξανδρος επιστρέφοντας στην καρδιά της πάλαι ποτέ Περσικής Αυτοκρατορίας, ξεκίνησε τις προσπάθειες του να δημιουργήσει μια στερεή ελληνο-περσική παράδοση, πάνω στην οποία θα ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί μία νέα δυναστεία και μία νέα πραγματικότητα για τον τόπο αυτό. Στα πλαίσια αυτά, τέλεσε και τους περίφημους ομαδικούς γάμους μεταξύ Ελλήνων και Περσών, ενώ ενέταξε και μεγάλους αριθμούς από νεαρούς ανατολίτες στο στράτευμά του. Όμως ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος συνέχιζε να διακατέχεται από τον "πόθο" για περισσότερες κατακτήσεις, μεγαλύτερη δόξα, περισσότερες εξερευνήσεις. Άρχισε να καταστρώνει τα σχέδια του για την κατάληψη της Αραβικής Χερσονήσου, όταν ήλθε ο θάνατος του στενότερου παιδικού του φίλου, του Ηφαιστείωνα, να προκαλέσει μία έντονη κατάθλιψη στο μεγάλο στρατηλάτη. Ο θυελλώδης χαρακτήρας του Αλέξανδρου, ενός ανθρώπου παραδομένου στον Πόθο του, τον ώθησε σε εξαιρετικά ακραίες αντιδράσεις εξαιτίας του θανάτου του φίλου του.
Ο Αλέξανδρος όμως παρά το σοκ από το θάνατο του Ηφαιστείωνα, δεν ήταν δυνατό να εγκαταλείψει τα μεγαλειώδη σχέδιά του. Συνέχισε να προετοιμάζει τις επόμενες εκστρατείες του, ενώ ταυτόχρονα παραδιδόταν με όλο και περισσότερη ζέση στις καταχρήσεις και ιδιαίτερα στην άκρατη οινοποσία.
Μια καλοκαιρινή νύχτα, ήταν αρχές Ιουνίου, του 323 π.Χ. ο Αλέξανδρος συμμετείχε σε ένα μεγαλοπρεπές συμπόσιο, το οποίο κράτησε μέχρι το ξημέρωμα. Εκείνη τη νύχτα ο Αλέξανδρος ανέβασε για πρώτη φορά πυρετό. Παρόλα αυτά συνέχισε να προετοιμάζεται για τη νέα εκστρατεία του. Όμως η κατάσταση του χειροτέρευε ραγδαία. Λίγες μέρες μετά ήταν ήδη ένα σωματικό ράκος και στα επόμενα δύο 24ωρα η ζωή του Αλέξανδρου έφευγε σιγά-σιγά από μέσα του. Στις 11 Ιουνίου, η ζωτικότητα που έθεσε σε κίνηση ιστορικές διαδικασίες πρωτόγνωρες, έπαψε να δονεί τον κόσμο. Ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Η φήμη που είχε κερδίσει ο Αλέξανδρος ήδη κατά τη διάρκεια της ζωής του, εκπλήσσει ακόμη και σήμερα, που κάποιος μπορεί να γίνει διάσημος μέσα σε λίγα λεπτά (και να εξαφανιστεί στην αφάνεια σε ακόμη λιγότερα).
Όπως σωστά παρατηρούσε λίγους αιώνες μετά το θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη ο Αρριανός "νομίζω ότι δεν υπάρχει έθνος, δεν υπάρχει πόλη, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έφθασε τότε το όνομα του Αλεξάνδρου". Οι αρχαίοι είχαν ήδη επίγνωση της δύναμης του μύθου του Αλεξάνδρου.
Ο Πλούταρχος που επέλεξε τον Ιούλιο Καίσαρα για να παραλληλίσει το βίο του με αυτόν του μέγιστου Έλληνα ηγέτη, βάζει τον σπουδαίο Ρωμαίο στην ηλικία των 32 να αντικρίζει ένα άγαλμα του Αλέξανδρου στην Ισπανία και να μονολογεί κλαίγοντας ότι ο Αλέξανδρος στην ηλικία των 32 είχε πεθάνει βασιλιάς τόσων πολλών λαών, ενώ ο ίδιος (ο Καίσαρας) δεν είχε κάνει ακόμη κανένα λαμπρό κατόρθωμα. Βεβαίως ο Καίσαρας θα κατόρθωνε να δημιουργήσει το δικό του μύθο, αλλά ουδέποτε κατόρθωσε να φθάσει - πόσο μάλλον να ξεπεράσει - το μύθο του Αλέξανδρου.
Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Αλέξανδρο έναν σχεδόν οικουμενικό "αστέρα"? Τι ήταν εκείνο που τον έβαλε στη μυθολογία και τις λαϊκές παραδόσεις 80 σύγχρονων εθνών και λαών, που έχουν ποιήματα, παροιμίες, ιστορίες, παραδόσεις, προλήψεις, ρητά, ακόμη και βλασφημίες και κατάρες, που αναφέρουν τον Αλέξανδρο το Μέγα;
Είναι λογικό να υφίσταται μια τέτοια διασπορά του μύθου του μεγάλου στρατηλάτη. Η νοτιοδυτική Ασία, ο χώρος που ο Αλέξανδρος έδρασε και πέτυχε τις μεγαλειώδεις νίκες του, βρίθει μύθων και αναφορών για τον "Ισκαντέρ" (η ανατολίτικη εκδοχή του "Αλέξανδρος"). Παρουσιάζεται ως Θεός, ως δύναμη της φύσης, ως σοφός, ως μέγιστος στρατηγός αλλά και ως τέρας, ως δυνάστης, ως τύραννος, ως μάστιγα, ως τρισκατάρατος. Η ίδια η ποικιλία των επιθέτων που συνοδεύουν κάθε αναφορά στον Αλέξανδρο, σήμερα 2300 και πλέον χρόνια μετά το θάνατο του, δίνει ένα μέτρο για την επίδραση του στην λαϊκή μυθολογία σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ένα μεγάλο μέρος αυτής της κατοπινής επίδρασης, τουλάχιστον στον μεσογειακό κόσμο (που, στη Δύση, δεν γνώρισε άμεσα ούτε τον Αλέξανδρο ούτε τις επιπτώσεις από τις κατακτήσεις του) οφείλεται στο περίφημο "Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου, ένα λαϊκό ανάγνωσμα που αποδίδει τις περιπέτειες του Μ.Αλεξάνδρου με υπερφυσικούς όρους και πλούσια μυθολογικά στοιχεία και το οποίο άρχισε να κυκλοφορεί, πιθανότατα αρχικά ως προφορική διήγηση, από τον 3ο π.Χ. αιώνα, ενώ έλαβε την οριστική του μορφή κατά τον 3ο μεταχριστιανικό αιώνα.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΘΕΟΣ

Με το χάρισμα της ιδιαίτερης ευφυΐας του και με την τεράστια δύναμη που απέκτησε ως κατακτητής της Ασίας, ο Αλέξανδρος δεν χρειάστηκε και πολύ για να πειστεί ότι ήταν ο γιος του Θεού.
Ήδη η ελληνική του παιδεία τον είχε προετοιμάσει για μια τέτοια μοίρα: Θεωρούσε τον εαυτό του απόγονο δύο ημίθεων, του Αχιλλέα από την πλευρά της μητέρας του και του Ηρακλή από την πλευρά του πατέρα του. Το ότι ο Αλέξανδρος αισθανόταν πάντα εγγύτερα στην Ολυμπιάδα απ' ότι στον Φίλιππο (παρά - ή ίσως εξαιτίας - τις ομοιότητες των δύο ανδρών) δεν ήταν μυστικό, ούτε και το ότι ο Αχιλλέας ήταν για τον Αλέξανδρο το ιδανικό πρότυπο.
Άλλωστε, περνώντας την Ασία και σε μία συμβολική κίνηση με πολλαπλή σημασία, ο Αλέξανδρος έσπευσε στην Τροία, για να θυσιάσει στον Αχιλλέα, ουσιαστικά ενδυόμενος τον μανδύα του Νέου Αχιλλέα.
Με αυτήν την κληρονομιά, ο Αλέξανδρος βάδισε στην Ασία. Σώθηκε σαν από θαύμα στον Γρανικό, βγαίνοντας ζωντανός από μία κατάσταση στην οποία φυσιολογικά θα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή. Αυτό αλλά και η νίκη του, έθρεψαν ακόμη περισσότερο το ήδη υπερ-διογκωμένο Εγώ του Αλεξάνδρου. Η θριαμβευτική του νίκη στην Ισσό και οι επιτυχίες του στην κατάκτηση της Φοινίκης και της Ιουδαίας, συνέβαλλε ακόμη περισσότερο στην ίδια κατεύθυνση.
Φθάνοντας στην Αίγυπτο, ο Αλέξανδρος ήταν πλέον πεπεισμένος ότι ήταν Θεός. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να διακρίνει και στους γύρω του μια τέτοια πεποίθηση. Εδώ έπαιξαν το ρόλο τους οι ιερείς του Άμμωνα.
Μετά τη συνάντηση του με τους αξιωματούχους της Περσικής αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο, τον σατράπη Μαζάκη και τον Αμμινάπη (ο οποίος είχε ζήσει στην Πέλλα για ένα διάστημα) η Αίγυπτος παραδόθηκε στον Έλληνα κατακτητή. Οι Αιγύπτιοι, έχοντας υποφέρει κάτω από τους Πέρσες για πολλά χρόνια και μόλις πρόσφατα επανακάμψει στην αυτοκρατορία μετά την κατάπνιξη της επανάστασης τους (336 π.Χ.) όχι μόνο δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να υπερασπιστούν τους Πέρσες, αλλά αντίθετα καλωσόρισαν τους Έλληνες εισβολείς.
Αφού εξασφάλισε τη συνεργασία ντόπιων και Ιρανών και σχημάτισε μία πολυκέφαλη "κυβέρνηση" (με τους Μακεδόνες Βάλακρο και Πευκέστα επικεφαλής του στρατού, τον Αιγύπτιο Πέτεσι και τον Πέρση Δολόασπι ως πολιτικούς διαχειριστές) ο Αλέξανδρος άφησε μία φρουρά στο Πελούσιο και στην Μέμφιδα και μετέβη με το στράτευμα στην Ηλιόπολη.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να είχε ήδη ωριμάσει στο μυαλό του Αλέξανδρου, πιθανόν και μετά από συμβουλές των νέων Αιγυπτίων φίλων του - οι οποίοι θεωρούσαν τους Έλληνες ανέκαθεν φίλους και συμμάχους και προτιμούσαν την υποταγή σε αυτούς παρά τους Πέρσες - η ιδέα για αποδοχή του τίτλου του Φαραώ. Όπερ και εγένετο. Στην Ηλιόπολη ο Αλέξανδρος στέφθηκε Φαραώ της Αιγύπτου, Θεός στη Γη, Ωρος, προστάτης της Αιγύπτου, βασιλιάς της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου, αγαπητός του Άμμωνα, εκλεκτός του Ρα. Το όνομα του Αλεξάνδρου στο εξής στα Αιγυπτιακά θα ήταν Μεριαμούν Σετεπενρά Αλέξανδρος, δηλαδή "Αγαπημένος του Άμμωνα, εκλεκτός του Ρα".
Βεβαίως ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί η Θεοποίηση του Αλέξανδρου. Μετά την Ηλιόπολη μετέβη στη Μέμφιδα, όπου εξάσκησε τα νέα του καθήκοντα, θυσιάζοντας στο Απι, απολαμβάνοντας κατά την πορεία του τις εκδηλώσεις λατρείας των Αιγυπτίων, που έβλεπαν τους Έλληνες ως απελευθερωτές από τον βαρύ περσικό ζυγό.
Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος επέστρεψε στα παράλια και προχώρησε στην ίδρυση της πλέον ξακουστής από τις πόλεις που φέρουν το όνομα του, της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Στην πραγματικότητα, η νέα πόλη του Αλέξανδρου κατέλαβε το σημείο όπου βρισκόταν ένας μικρότερος οικισμός (ονόματι Ράκοτις) στο στόμιο του Νείλου.
Το Μάρτιο του 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος με την ακολουθία του έφθασαν στην όαση της Σίβα, στο Ναό και το μαντείο του θεού Άμμωνα, του μεγαλύτερου από τους Θεούς του Αιγυπτιακού πανθέου, τον οποίο οι Έλληνες ταύτιζαν με το Δία. Προφανώς ο Αλέξανδρος είχε επισκεφτεί το ιερό του Δία-Άμμωνα στην Αμφύτιδα της Μακεδονίας και φυσικά γνώριζε τα ποιήματα του Θηβαίου Πινδάρου, του πρώτου Έλληνα που έκανε ιδιαίτερη προσπάθεια να τονίσει το σύνδεσμο Δία - Άμμωνα.
Επιθυμώντας να μιμηθεί - κατά τον Αρριανό - τους θρυλικούς προγόνους του, Ηρακλή και Περσέα (ο θρυλικός προπάτορας των Αχαιμενιδών, της βασιλικής δυναστείας της Περσίας – ή ο Αλέξανδρος θεωρούσε εαυτόν και νόμιμο διάδοχο του περσικού θρόνου) ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε τη Σίβα. Προφανώς ο Αλέξανδρος θέλησε επίσης να δώσει και ένα μήνυμα στους νέους Αιγύπτιους υπηκόους του.
Το ακριβές περιεχόμενο των συζητήσεων του Αλεξάνδρου με τους ιερείς του Άμμωνα και οι χρησμοί που έλαβε από αυτούς, είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά της εκστρατείας του Αλεξάνδρου. Πάντως αμέσως μετά την αναχώρηση του άρχισε να απαιτεί να αναφέρεται ως "γιος του Δία" ή "γιος του Άμμωνα" και επίσης ξεκίνησε να λατρεύει τον Άμμωνα. Οι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν, δίχως όμως να έχουν κάποια πρωτογενή πηγή που να το επιβεβαιώνει, ότι οι ιερείς διαβεβαίωσαν το μεγάλο κατακτητή ότι ήταν ο γιος του Δία-Άμμωνα.
Η επιβεβαίωση που έφθασε από την Ελλάδα σύντομα, από δύο μαντεία, ότι όντως ο Αλέξανδρος ήταν γιος του Δία, απλώς χρησίμευσε στο να δώσει και μία ελληνική επίφαση νομιμότητας στις αξιώσεις του Αλέξανδρου.
Ήταν πλέον Θεός μεταξύ ανθρώπων. Και ως Θεός, ο Αλέξανδρος πίστευε ότι ήταν άτρωτος και ακατάλυτος. Θα χρειαζόταν μια μάχη ακόμη για να λάβει και επίσημα τον τίτλο του "Βασιλέα Βασιλέων" της περσικής αυτοκρατορίας και να αρχίσει να απαιτεί από τους Έλληνες να τον προσκυνούν σα να ήταν Θεός. Όμως ο Αλέξανδρος ήδη είχε πειστεί ότι δεν ήταν ένας απλός θνητός αλλά κάτι παραπάνω.


Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ

Πέρα από την πραγματικότητα του ανίκητου στρατηλάτη, ο Αλέξανδρος εξέφραζε και μια άλλη πραγματικότητα. Αυτήν ενός θυελλώδους ανθρώπου, παθιασμένου, μέθυσου, σκληρού μέχρι αναλγησίας, σφαγέα χιλιάδων αμάχων, ενός ανθρώπου που δεν δίστασε να επιβάλλει στους συντρόφους του τον κατάπτυστο θεσμό της "προσκύνησης". Ακόμη, ενός ανθρώπου που δεν δίστασε να εξοντώσει τους καλύτερους του φίλους και ευεργέτες, που οδήγησε το στράτευμα του μέσα από μια άνυδρη έρημο για να εκδικηθεί εκείνους που δεν του επέτρεψαν να βαδίσει "μέχρι την άκρη της γης", που βαυκαλιζόταν θεωρώντας εαυτόν "Θεό", που είχε προ πολλού χάσει το περίφημο "ελληνικό μέτρο" και που συμπεριφερόταν σκαιότατα σε όποιον τον αμφισβητούσε.
Ο Αλέξανδρος σαφώς και δεν θα μπορούσε να είναι μια μονόπλευρη ή απλή προσωπικότητα. Αν δεν ήταν αυτός που ήταν, με όλα τα θετικά και αρνητικά του, δεν θα ήταν ο Αλέξανδρος.
Όμως δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Αλέξανδρος προκάλεσε "Θεούς και ανθρώπους" με τις βλάσφημες και ανάλγητες πράξεις του.
Την Θήβα την ισοπέδωσε και εξόντωσε ή πούλησε ως δούλους χιλιάδες κατοίκους της, στέλνοντας μήνυμα στους νοτιοέλληνες ότι δεν συμμερίζεται το σεβασμό του πατέρα του προς τις παραδοσιακές δυνάμεις της "παλιάς Ελλάδας".
Την Περσέπολη την έκαψε - και άφησε τους άνδρες του να σφαγιάσουν τους κατοίκους της - ως "ανταπόδοση" της πυρπόλησης της Αθήνας από τους Πέρσες. Όμως χρονικογράφοι της εποχής - και την εκδοχή τους διασώζει ο Διόδωρος - επισημαίνουν ότι επί της ουσίας το χατίρι μίας Αθηναίας εταίρας, της Θαϊδας, έκανε ο Αλέξανδρος, δίνοντας τη σχετική διαταγή στο επινίκιο γλέντι για την κατάκτηση και λεηλασία της Περσέπολης. Φυσικά, ο Αλέξανδρος ήταν - όπως συνήθιζε - μεθυσμένος όταν έλαβε τον πυρσό και τον έριξε στο μεγαλοπρεπές παλάτι της Περσέπολης, ξεκινώντας την πυρκαγιά. Το χέρι της Θαϊδας έριξε τον δεύτερο πυρσό, σε μια ταιριαστή πράξη ετεροχρονισμένης εκδίκησης μιας Αθηναίας για το κάψιμο της πόλης της από τους Πέρσες, ενάμιση αιώνα πριν.
Η Τύρος πλήρωσε την επιμονή και τη γενναιότητα των κατοίκων της, που αντιστάθηκαν στον κατακτητή: Το σύνολο των κατοίκων της σφαγιάστηκαν ή υποδουλώθηκαν. Ανάλογη ήταν η τύχη της Γάζας. Δεκάδες οικισμοί, από την Περσίδα έως τον Ινδό, ερημώθηκαν από τους άνδρες του Αλέξανδρου, λαοί ολόκληροι αφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεγάλης ανατολικής περιπέτειας του μέγιστου των κατακτητών.
Από την άλλη, ο Αλέξανδρος, κατά τα γραφόμενα του Πολ Κάρτλετζ, "ήταν μία από τις υπέρτατες γονιμοποιητικές δυνάμεις στην ιστορία, από πολιτισμική άποψη (…) Ο Αλέξανδρος (…) εξάπλωσε τον ελληνισμό τόσο μακριά και πλατιά, ώστε έκανε τη διαδικασία διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού σχεδόν μη αντιστρεπτή. Έτσι, χάρη σε αυτόν η εβραϊκή Βίβλος μεταφράστηκε στα ελληνικά στην αιγυπτιακή Αλεξάνδρεια και ο Απόστολος Παύλος, ένας εξελληνισμένος Εβραίος από την Ταρσό της Κιλικίας έγραψε στην κοινή Ελληνική για να προσηλυτίσει τους αστούς εθνικούς της ανατολικής αυτοκρατορίας στη νέα του θρησκεία, το χριστιανισμό".
Ο Αλέξανδρος ήταν εκείνος που έφερε τον ελληνικό πολιτισμό στις εσχατιές της οικουμένης, ωστόσο ήταν και εκείνος που κατέστρεψε τον θεσμό της Πόλεως. Όπως γράφει ο Β.Ντ. Χάνσον "Δεν υπήρξε άνθρωπος που να διέδωσε την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, την αρχιτεκτονική και τη στρατιωτική πρακτική της ελληνικής κουλτούρας προς την Ανατολή, περισσότερο από τον Μέγα Αλέξανδρο - δεν υπήρξε (όμως ούτε) ξένος που να έκανε περισσότερα για να καταστρέψει τριακόσια χρόνια αυτονομίας των Ελλήνων μέσα στην Ελλάδα απ' όσα έκαναν ο Φίλιππος και ο γιος του".
Η διττή - καλός-κακός, Εκπολιτιστής-Σφαγέας, Θεός-Διάβολος - φύση του Αλεξάνδρου ενυπάρχει και στο έργο της ζωής του. Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν κολοσσιαίο ενιαίο πολιτισμικό χώρο, που έφερε την ελληνική διανόηση, την ελληνική κουλτούρα και κυρίως την ελληνική επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη, σε ολόκληρη την οικουμένη. Αργότερα (όπως σημείωσε και ο Κάρτλετζ στο απόσπασμα παραπάνω) ο ενιαίος πολιτισμικός χώρος επέτρεψε την διάδοση του χριστιανισμού, σε μια επικράτεια που ανήκε πια στους "κληρονόμους" των Ελλήνων, τους Ρωμαίους. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η επέκταση του ελληνικού πνεύματος έθεσε στο περιθώριο ή και εξαφάνισε δεκάδες ακμάζουσες κουλτούρες. Ακόμη και η κραταιά περσική κουλτούρα ίσως και να είχε χαθεί αν δεν φρόντιζαν για την "αναγέννηση" της οι ιρανογενείς (αν και βαθιά επηρεασμένοι από την ελληνιστική ανατολή) Πάρθοι. Βεβαίως σκοπός του Αλεξάνδρου, καθώς συνάγεται από τις πράξεις και τις εντολές του, σαφώς δεν ήταν η εξαφάνιση της περσικής κουλτούρας, αλλά ο συγκερασμός της με την ελληνική και η δημιουργία ενός υβριδίου που θα συμπεριλάμβανε αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως βέλτιστα στοιχεία και από τις δύο κουλτούρες. Έδειξε έτσι ότι ήταν περισσότερο πραγματιστής ακόμη και από τον δάσκαλο του τον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Μιέζα τον δίδασκε ότι οι βάρβαροι δεν είναι κατάλληλοι παρά για υπηρέτες των Ελλήνων.
Πάνω απ' όλα ο Αλέξανδρος όμως ήταν μία Δύναμη της Ιστορίας. Ένας άνθρωπος που καθόρισε όχι μόνο τον κόσμο στον οποίο ζούσε, αλλά κι εκείνον στον οποίο ζούμε σήμερα. Η μυθιστοριογράφος Μαίρη Μπατς έγραφε το 1931 "υπάρχουν άνθρωποι που συνοψίζουν μια εποχή και άνθρωποι που αρχίζουν μια άλλη. Ο Αλέξανδρος έκανε και τα δύο".
Για τον ελληνισμό, οι πράξεις του Αλεξάνδρου είναι ακόμη σημαντικότερες. Και κατά πως λέει και ο Καβάφης…

Εμείς οι Αλεξανδρείς,, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς , κ' οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας
κ' οι εν Μηδία, κ' οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
Ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ



Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης

Ο άνθρωπος που δημιούργησε τον Αλέξανδρο

Αν και μοιάζει υπερβολικό να "χρεώσουμε" το μεγαλείο του Αλέξανδρου σε οποιονδήποτε άνθρωπο, η αλήθεια είναι ότι ο πραγματιστής στρατηλάτης επηρεάστηκε από την φιλοσοφία ενός ανθρώπου σε μέγιστο βαθμό. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, μία από τις σπουδαιότερες και πλέον επιδραστικές φυσιογνωμίες στην ιστορία της ανθρωπότητας, τον οποίο ο Αλέξανδρος ευτύχησε να έχει δάσκαλο
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ. γιος του Νικόμαχου, γιατρού του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ', και της Φαίστιδος. Σε ηλικία 10 ετών ο Αριστοτέλης έχασε τον πατέρα του, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα είχε πεθάνει και η μητέρα του. Την ανατροφή του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος ο Αταρνεύς, που ήταν ένας πολυμαθής άντρας και προσέφερε στον Αριστοτέλη σημαντικές βάσεις στις επιστήμες και τη φιλοσοφία.
Σε ηλικία 17 ετών ο Αριστοτέλης μετέβη στο κέντρο της ελληνικής σκέψης, την Αθήνα και φοίτησε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου έμελλε να παραμείνει για 20 χρόνια. Η ευφυΐα, η ακόρεστη δίψα για γνώση και ο αναλυτικός τρόπος σκέψης του τον κατέστησαν ιδιαίτερα αγαπητό στο μεγάλο φιλόσοφο, αν και στη συνέχεια οι απόψεις του διακεκριμένου μαθητή του απομακρύνθηκαν από τα πλατωνικά ιδεώδη, προκαλώντας μάλιστα έντονες διχογνωμίες και αντιπαραθέσεις μεταξύ τους.
Όταν ο μεγάλος δάσκαλος του πέθανε το 347 π.Χ. ο Αριστοτέλης ήταν ένας από τους τρεις επικρατέστερους διαδόχους του, ωστόσο δεν επελέγη για κεφαλή της Ακαδημίας και αναχώρησε από την Αθήνα, μεταβαίνοντας στην Άσσο που κυβερνούσε ως τύραννος ο Ερμίας, επίσης παλιότερα μαθητής του Πλάτωνα. Για τρία χρόνια δίδαξε ο Αριστοτέλης μαζί με τον φίλο του Ξενοκράτη στην Άσσο και στη συνέχεια, μετά από σύντομη διαμονή στην Λέσβο, εκλήθη (342 π.Χ.) από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας για να διδάξει τον γιο του Αλέξανδρο, που τότε ήταν μόλις 12 ετών.
Σε μια σχολή-αντίγραφο της Ακαδημίας στη Μιέζα και στην αυλή του Φιλίππου στην Πέλλα, ο Αριστοτέλης δίδαξε τον μελλοντικό κοσμοκράτορα όλες εκείνες τις αρετές που θεωρούσε ότι θα πρέπει να έχει ο ιδανικός ηγεμόνας. Ο Αριστοτέλης δίδαξε στον Αλέξανδρο αλλά και στους υπόλοιπους νεαρούς γόνους της μακεδονικής αριστοκρατίας, τις αρχές της φιλοσοφίας του και τους έδωσε τα εφόδια για να γίνουν οι ηγέτες ενός ισχυρού κράτους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Πλούταρχο ο Αριστοτέλης μοιράστηκε με τον διακεκριμένο μαθητή του τα πλέον "απόκρυφα" μυστικά των Φυσικών Επιστημών.
Όταν ο Αλέξανδρος έφυγε για την μακρά εκστρατεία στην Ασία από την οποία δεν έμελλε να επιστρέψει, ο Αριστοτέλης μετακόμισε στην Αθήνα, όπου άνοιξε την δική του σχολή, το Λύκειο (ονομάστηκε έτσι διότι ήταν αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα) ή Περιπατητική Σχολή (από τις στοές "Περιπάτους", όπου ο Αριστοτέλης δίδασκε στους μαθητές του). Αυτή ήταν και η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του Αριστοτέλη. Ο μεγάλος φιλόσοφος όχι μόνο δημιούργησε μια σχολή που έγινε μία από τις σημαντικότερες του καιρού του αλλά αυτήν ακριβώς την εποχή συνέγραψε το μεγαλύτερο μέρος του πλουσιότατου (στους 440.000 στίχους το υπολόγισε ο Διογένης ο Λαέρτιος) έργου του.
Μόνο ψήγματα αυτού του κολοσσιαίου συγγραφικού έργου επιβιώνουν σήμερα, αλλά η αναφορά των έργων του Αριστοτέλη από σχεδόν όλους τους φιλόσοφους και επιστήμονες στους επόμενους αιώνες δείχνει ότι η επίδραση που άσκησε ήταν τεράστια.
Ο Αριστοτέλης παρέμεινε στην Αθήνα για 12 χρόνια, αλλά με το θάνατο του Αλέξανδρου οι εκπρόσωποι της αντιμακεδονικής παράταξης πήραν τα ηνία στην Αθήνα και για να αποφύγει την οργή τους ο Αριστοτέλης αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, όπου έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα (η πρώτη του σύζυγος Πυθιάς είχε πεθάνει αρκετά χρόνια νωρίτερα). Πέθανε το 322 π.Χ. και άφησε πίσω του δύο παιδιά (το Νικόμαχο και την Πυθιάδα) και μια παρακαταθήκη γνώσης και στοχασμού που θα συντροφεύει την ανθρωπότητα ανά τους αιώνες.



Αλέξανδρος και Βουκεφάλας

Το άλογο του μεγάλου στρατηλάτη

Ο Πλούταρχος της Χαιρώνειας μας παραδίδει το θρύλο για τον Αλέξανδρο και του Βουκεφάλα, μία από τις πολλές διάσημες ιστορίες για το μεγάλο στρατηλάτη.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Πλούταρχο, ο Φιλόνικος ο Θεσσαλός έφερε στον Φίλιππο ένα ιδιαίτερα περήφανο άτι, ονόματι Βουκεφάλα (εκ του βους+κεφάλι, ίσως το όνομα υπονοούσε ότι το άλογο είχε πολύ μεγάλο κεφάλι, αν και αναφέρονται και πολλές άλλες ερμηνείες), προσφέροντας το για 13 τάλαντα, ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσό με τα δεδομένα της εποχής.
Ο Φίλιππος και οι ακόλουθοι του εντυπωσιάστηκαν από το άλογο και το έβγαλαν στο χωράφι για να το δοκιμάσουν. Ωστόσο, το άλογο ήταν ιδιαίτερα ατίθασο και δεν επέτρεπε σε κανέναν να το καβαλήσει. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, ο Φίλιππος και οι άνδρες άρχισαν να χάνουν την υπομονή τους με το ατίθασο αλογο και αποφάσισαν να το αφήσουν στον έμπορα. Όμως ο μικρός Αλέξανδρος που στεκόταν παράμερα και παρακολουθούσε τις αποτυχημένες προσπάθειες των Μακεδόνων να δαμάσουν τον Βουκεφάλα, επέπληξε τον πατέρα του ότι θάχανε ένα τόσο έξοχο άλογο επειδή κανείς δεν είναι ικανός να το δαμάσει.
Ο Φίλιππος αρχικά δεν έδωσε σημασία στον μικρό γιο του, όμως αφού αυτός το επανέλαβε αρκετές φορές, αντέδρασε. Σε μία χαρακτηριστική επίδειξη της προσωπικότητας του, κάλεσε τον Αλέξανδρο να επιβεβαιώσει το θράσος του και να δαμάσει το άλογο. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος υποσχέθηκε να πληρώσει την αξία του αλόγου αν δεν κατάφερνε να το δαμάσει.
Ολόκληρη η αυλή του Φίλιππου ξέσπασε σε γέλια στο άκουσμα του θρασύτατου κομπασμού του Αλέξανδρου, όμως ο νεαρός διάδοχος δεν πτοήθηκε. Πλησίασε το Βουκεφάλα με σιγουριά και πιάνοντας τα χάμουρα του τον έστρεψε προς την κατεύθυνση του ήλιου - είχε παρατηρήσει ότι το άλογο εκνευριζόταν παρατηρώντας την κίνηση του ίδιου του του ίσκιου.
Με ήρεμες κινήσεις ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να ηρεμήσει το άλογο, το οποίο του επέτρεψε να το καβαλήσει. Δίχως να χρησιμοποιήσει βία αλλά μιλώντας στο αυτί του αλόγου και με ήρεμες και μαλακές κινήσεις, ο Αλέξανδρος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ του αλόγου και του ιππέα. Αργά, προσεκτικά, τράβηξε το χάμουρο και το παρακίνησε να τρέξει.
Ο Φίλιππος παρακολουθούσε αρχικά με θυμηδία και στη συνέχεια με έκδηλο ενδιαφέρον την προσπάθεια του γιου του. Όταν αυτός κατάφερε να κουμαντάρει το άλογο και να το κάνει να καλπάσει με όλη του την ταχύτητα μπροστά στους αποσβολωμένους Μακεδόνες αυλικούς, ο Φίλιππος άρχισε να ζητοκραυγάζει για τον γιο του.
Όταν ο Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την επίδειξη, ο Φίλιππος φίλησε το γιο του και, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, του είπε: "Γιε μου, ψάξε πια για βασίλειο αντάξιό σου. Η Μακεδονία δε σε χωράει".
Για το σπουδαίο αυτό άλογο, ο Αρριανός γράφει: "Μεγαλύτερος από το φυσιολογικό και γεμάτος σφρίγος, είχε χαραγμένη επάνω του, σημάδι να τον διακρίνει, μια κεφαλή βοδιού, και μερικοί πιστεύουν πως γι' αυτό τον ονόμασαν Βουκεφάλα. Αλλοι όμως λένε πως ήταν μαύρος και είχε στο μέτωπό του ένα σημάδι που έμοιαζε πολύ με κεφάλι βοδιού. Στη χώρα των Οξιανών, το άλογο εξαφανίστηκε και ο Αλέξανδρος απείλησε πως θα σκοτώσει όλους τους κατοίκους της αν δεν του φέρουν πίσω το άλογό του, με αποτέλεσμα να του επιστραφεί αμέσως. Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη που είχε ο Αλέξανδρος στο άλογό του και τόσο μεγάλος ο φόβος που ενέπνεε στους βαρβάρους".




Οι πηγές για τον Αλέξανδρο

Το ιστορικό παράδοξο της αλεξανδρινής παράδοσης

Μοιάζει σχεδόν απίστευτο ότι οι πράξεις του μεγαλύτερου κατακτητή στην ιστορία της ανθρωπότητας, που μάλιστα φρόντισε να έχει μαζί του έναν από τους κορυφαίους ιστορικούς-συγγραφείς-διανοητές της εποχής του, τον μαθητή του Πλάτωνα και φίλο του Αριστοτέλη, Καλλισθένη, στον οποίο είχε αναθέσει την καταγραφή των κατορθωμάτων του, έχουν φθάσει σε μας μέσω πολύ μεταγενέστερων πηγών και κατά βάση αποσπασματικά.
Το "μυστήριο του Αλεξάνδρου" γίνεται ακόμη σκοτεινότερο, καθώς οι κύριες πηγές για το έργο και τη ζωή του παρουσιάζουν μεγάλες και σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ τους.
Η αλεξανδρινή παράδοση και ιστοριογραφία χωρίζεται χονδρικά σε δύο σκέλη: στην "Ορθή" ή "Επίσημη" παράδοση και στην "Βουλγάτα" (από το λατινικό Vulgata, που σημαίνει "κοινή").
Ο κύριος εκπρόσωπος της επίσημης παράδοσης είναι ο Αρριανός, που θεωρείται από την πλειοψηφία των μελετητών ως η πιο αξιόλογη και έγκυρη πηγή για τη ζωή και το έργο του μεγάλου ηγέτη. Την Βουλγάτα εκπροσωπούν κυρίως ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο εκρωμαϊσμένος Γαλάτης Τρώγος και ο Ρωμαίος Κούρτιος.
Ο Αρριανός και το σύνολο της "επίσημης" παράδοσης, αντλεί από τρεις πηγές, από τρεις σύγχρονους του Αλέξανδρου που κατέγραψαν την ιστορία του μετά το θάνατο του. Πρόκειται για τον Πτολεμαίο, το Νέαρχο και τον Αριστόβουλο. Και οι τρεις ήταν σύγχρονοι του Αλέξανδρου και συμμετείχαν στα γεγονότα που περιέγραψαν. Ο Πτολεμαίος ο Λάγου, που κατέγραψε την ιστορία του αφού έγινε ηγεμόνας της Αιγύπτου, ήταν ένας από τους ανώτερους στρατιωτικούς διοικητές, όπως και ο Κρητικός Νέαρχος. Οι τρεις αυτοί σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, έκαναν χρήση της Επίσημης ιστορίας του Αλεξάνδρου ("Πράξεις Αλεξάνδρου"), που ετοίμαζε ο Καλλισθένης μέχρι το θάνατο του (κατόπιν εντολής του Αλέξανδρου πιθανόν το 327 π.Χ.) και βεβαίως στηρίχτηκαν εν πολλοίς και στις προσωπικές τους εμπειρίες. Δυστυχώς οι "Πράξεις Αλεξάνδρου" έχουν χαθεί και επιβιώνουν μόνο ελάχιστα αποσπάσματα τους που υποτίθεται ότι παραθέτουν αυτούσια μεταγενέστεροι συγγραφείς. Όπως έχουν χαθεί και οι καταγραφές του Πτολεμαίου, του Νέαρχου και του Αριστόβουλου.
Η Βουλγάτα, από την άλλη, βασίζεται στην ιστορία ενός επίσης σύγχρονου του Αλέξανδρου, του Κλείταρχου του Αλεξανδρινού, ο οποίος ωστόσο δεν έζησε τα γεγονότα και δεν είχε άμεση πρόσβαση σε κάποιες από τις πρωτογενείς πηγές Ούτε και η ιστορία του Κλείταρχου σώζεται σήμερα.
Το πρόβλημα είναι ότι όλες οι πηγές που σώζονται, είναι κατά πολύ μεταγενέστερες. Ο Αρριανός έγραψε την Αλέξανδρου Ανάβαση το 2ο αιώνα μ.Χ., ο Διόδωρος τα χρονικά του τον πρώτο αιώνα π.Χ., ο Τρώγος την ίδια εποχή, ο Κούρτιος (Quintus Curtius Rufus) τον 1ο αιώνα μ.Χ. και ούτω καθεξής. Η ιστορία του Τρώγου δε σώζεται καν αυτούσια, αλλά σε μία επιτομή της που συνέγραψε τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο Ρωμαίος Μάρκος Ιουνιανός Ιουστίνος.
Ο Πλούταρχος είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση, αφού στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. έγραψε το δικό του έργο για τον Αλέξανδρο επιλέγοντας στοιχεία και από τις δύο "γραμμές" της παράδοσης, την Ορθή και την Βουλγάτα.
Πέραν από τις πηγές που αναφέρουμε παραπάνω, από τους σύγχρονους του Αλεξάνδρου και άλλοι έγραψαν ιστορίες που όμως είτε δεν σώζονται είτε έχουμε μόνο αποσπάσματα τους: Ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια έγραψε μία αρκετά κολακευτική (έως υπερβολής) ιστορία του Αλεξάνδρου και ο Χάρης ο Μυτιληναίος μία συλλογή "αυλικών παραλειπόμενων" που εκδόθηκαν σε δέκα βιβλία.
Υπάρχουν ακόμη μία σειρά αμφισβητούμενων (ως προς την αυθεντικότητα τους) πηγών, όπως οι επιστολές του Αλεξάνδρου, τα Υπομνήματα και τα Βασιλικά Ημερολόγια.
Ιδιαίτερη περίπτωση μεταξύ των πηγών για τον Αλέξανδρο είναι το λεγόμενο "Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου", που έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω.





Οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου

Η μοιρασιά της αυτοκρατορίας

Η κληρονομιά του Αλεξάνδρου, συνολικά, είναι αδύνατο να αποτιμηθεί ικανοποιητικά. Πολύ ευχερέστερο είναι να δούμε τον κόσμο που άφησε με το θάνατο του. Πάνω ακόμη από το νεκροκρέβατο του μεγάλου στρατηλάτη, οι στρατηγοί του έστησαν καβγά για το ποιος θα έχει τον έλεγχο της αχανούς αυτοκρατορίας.
Οι δύο πρώτες "παρατάξεις" που σχηματίστηκαν ήταν αυτή του Περδίκκα και αυτή του Μελέαγρου. Ο Περδίκκας υποστήριξε τη "νόμιμη" διαδοχή, μέσω του γιου του Αλέξανδρου από τη Ρωξάνη (η οποία κυοφορούσε την εποχή που πέθανε ο Αλέξανδρος), φυσικά με τον ίδιο να ορίζεται αντιβασιλέας.
Ο Μελέαγρος και εκείνοι που συμμερίζονταν τις απόψεις του, διαφώνησαν θεωρώντας ότι δεν είναι δυνατό να χριστεί διάδοχος ο γιος μιας "βάρβαρης". Ο Περδίκκας δολοφόνησε το Μελέαγρο και 300 από τους υποστηρικτές του και ήλθε σε ένα συμβιβασμό με τους υπόλοιπους "δελφίνους", κάνοντας μια πρώτη "μοιρασιά" της τεράστιας αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με την πρώτη αυτή μοιρασιά, ο Αρριδαίος, ο πνευματικά καθυστερημένος αδελφός του Μ. Αλεξάνδρου, θα ήταν ο βασιλιάς και ο Περδίκκας επικεφαλής του στρατού. Σατράπες ορίστηκαν οι εξής: Ο Φιλώτας στην Κιλικία, ο Αντίγονος στην Λυκία και τη Φρυγία, ο Άσανδρος στην Καρία, ο Μένανδρος στη Λυδία, ο Λεωνάτος στη Δ. Φρυγία, ο Ευμένης στην Καππαδοκία, ο Πτολεμαίος στην Αίγυπτο και τη Λιβύη, ο Λεωμόδον στη Συρία, ο Πύθων στη Μηδία και ο Λυσίμαχος στη Θράκη.
Τα νέα του θανάτου του Αλεξάνδρου έδωσαν την ευκαιρία σε κάποιες από τις ελληνικές πόλεις του Νότου να επαναστατήσουν (Λαμιακός Πόλεμος) δίχως ωστόσο να πετύχουν σοβαρά αποτελέσματα.
Με την διευθέτηση της μοιρασιάς, φάνηκε ότι ο ισχυρότερος από τους επίγονους - μετά, φυσικά, τον Περδίκκα - ήταν ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος (ή "Κύκλωπας") ο σατράπης της Φυγίας και της Λυκίας. Με σύμμαχους τους περισσότερους από τους υπόλοιπους σατράπες, παρέσυρε τον Περδίκκα στην Αίγυπτο, όπου τον δολοφόνησε ένας νεαρός αξιωματικός του, που συμμετείχε στις εκστρατείες αλλά δεν είχε ξεχωρίσει μέχρι τότε, ονόματι Σέλευκος.
Ο Κρατερός είχε επίσης σκοτωθεί πολεμώντας τον Ευμένη στην μάχη του Ελλησπόντου, οπότε την Επιμελητεία των συμβασιλέων (η Ρωξάνη είχε γεννήσει τον Αλέξανδρο Δ') ανέλαβε ο Αντίπατρος. Ο Σέλευκος ως "ανταμοιβή" έλαβε την σατραπεία της Βαβυλώνας, ενώ και άλλες σατραπείες άλλαξαν χέρια: τα Σούσα πήγαν στον Αντιγένη και η Περσίδα στον Πευκέστη.
Ο Αντίγονος κατάφερε να εξουδετερώσει προσωρινά τον Ευμένη και στη συνέχεια τον αδελφό του Περδίκκα, τον Αλκέτα. Όμως στη συνέχεια ο θάνατος του Αντίπατρου έφερε στο θρόνο του επιμελητή τον Πολυσπέρχοντα, ο οποίος συμμάχησε με τον επανακάμψαντα Ευμένη, τον Αντιγένη και τον Πευκέστα.
Ο Αντίγονος όμως συνέχισε να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και κατάφερε να νικήσει και να εξοντώσει τους Ευμένη και Αντιγένη Στη Μακεδονία τα πράγματα είχαν περιπλακεί, αφού ο Πολυσπέρχοντας, με τη συνδρομή της μητέρας του Αλέξανδρου Ολυμπιάδας και των συμπατριωτών της Ηπειρωτών, κατόρθωσε να επικρατήσει προσωρινά αφού τα στρατεύματα του Αρριδαίου τον εγκατέλειψαν και ο συμβασιλιάς θανατώθηκε από την μητριά του. Ωστόσο οι εκτεταμένες προγραφές στις οποίες προέβη η Ολυμπιάς έστρεψαν εναντίον της τους Μακεδόνες, οι οποίοι υποδέχτηκαν θερμά τον γιο του Αντίπατρου Κάσσανδρο όταν αυτός επανήλθε στη χώρα και σύντομα η Ολυμπιάδα και οι υποστηρικτές της εξοντώθηκαν με τη σειρά τους.
Ο Αντίγονος ήταν πλέον κύριος της Ασίας και προσπάθησε να ξεφορτωθεί τους πλέον επικίνδυνους από τους τέως συμμάχους του. Κατάφερε να εξουδετερώσει τον Πύθωνα, αλλά ο Σέλευκος κατέφυγε στην αυλή του Πτολεμαίου, ο οποίος θεώρησε καλό να τον κρατήσει, θορυβημένος από την αυξανόμενη δύναμη και την άμετρη απληστία του Αντίγονου. Ήταν πλέον φανερό στους τέως συμμάχους του ότι ο "Κύκλωπας" δεν θα ικανοποιούνταν με τίποτε λιγότερο από ολόκληρη την αυτοκρατορία του Αλέξανδρου. Οι Σέλευκος, Πτολεμαίος και Κάσσανδρος, μαζί με τους σατράπες της Καρίας Άσανδρο και της Θράκης Λυσίμαχο, συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν τον Αντίγονο, όμως ο τετραετής πόλεμος που ακολούθησε δεν έφερε ουσιαστικά αποτελέσματα και οι αντιμαχόμενοι συνομολόγησαν ειρήνη, την οποία, φυσικά, έσπευσαν να παραβιάσουν άμεσα.
Ο Κάσσανδρος έβαλε να δολοφονήσουν τον μικρό Αλέξανδρο και τη μητέρα του, καθώς και το νόθο γιο του Αλέξανδρου του Μέγα, Ηρακλή, ενώ με διαταγή του Αντίγονου δολοφονήθηκε και η αδελφή του στρατηλάτη Κλεοπάτρα. Με τους τελευταίους εξ αίματος συγγενείς του Αλεξάνδρου νεκρούς, το πεδίο πλέον ήταν και τυπικά ανοιχτό για τους επίδοξους διαδόχους. Σύντομα οι διάδοχοι άρχισαν να χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους τον τίτλο του Βασιλέα, με πρώτο τον Αντίγονο, ενώ ακολούθησαν ο Πτολεμαίος, ο Σέλευκος, ο Λυσίμαχος και ο Κάσσανδρος.
Η αποφασιστική μάχη μεταξύ του Αντίγονου και των αντιπάλων του δόθηκε στην Ιψό της Φρυγίας, όπου ο Αντίγονος κατανικήθηκε από το στράτευμα των συμμάχων, στο οποίο δέσποζαν οι 500 πολεμικοί ελέφαντες που είχε εξασφαλίσει ο Σέλευκος από μια συνθήκη και έναν βασιλικό γάμο με το βασίλειο του Τσαντραγκούπτα στην Ινδία.
Ο Πτολεμαίος κράτησε την Αίγυπτο και κάποιες άλλες περιφερειακές κτήσεις, ο Κάσσανδρος τη Μακεδονία και την Κιλικία, ο Λυσίμαχος τη Θράκη και περιοχές της Μ. Ασίας μέχρι τον Ταύρο, αλλά η μερίδα του λέοντος πέρασε στον Σέλευκο, που έλαβε το προσωνύμιο «Νικάτωρ» και ίδρυσε τη δυναστεία των Σελευκιδών. Με τον τρόπο αυτό μοιράστηκαν οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου.